Λένε πως όταν βλέπεις επαναλαμβανόμενα νούμερα κι ονόματα, αυτό έχει κάποια εξήγηση. Δεν ξέρω και δε θέλω να μάθω, αλλά έχω να σου πω, πως το όνομά σου συνεχώς το συναντάω. Θα δεχτώ, πως υπάρχεις στη σκέψη μου ως μια φλόγα που τρεμοπαίζει μέχρι να σβήσει κι αυτή θα είναι η καλύτερη εκδοχή που μπορώ να σκεφτώ. Γιατί αδυνατώ να δεχτώ εκείνη την άλλη, που λέει πως κάποιος σε σκέφτεται.

Όχι, δε θέλω να μου χαϊδέψω άλλο τ’ αυτιά. Βαρέθηκα να ζω με την απουσία σου. Βαρέθηκα να περιμένω ν’ αγγίξω την απόλυτη ευτυχία και να λαμποκοπώ με το χαμόγελο της ηλιθιότητας, νομίζοντας πως για ακόμη μια φορά μου ανήκες. Κι ας ήταν αυτή ακριβώς η έκφρασή μου κάθε φορά που σε συναντούσα. Μέχρι να ανοίξεις τον στόμα σου να αντικρούσεις όλα αυτά που είχα εμποτίσει στο μυαλό μου, που είχα βαλθεί να κάνω το μυαλό μου να πιστέψει. Μέχρι να καταρρεύσουν όλα στη στιγμή. Ένα προς ένα, σαν το κύμα που έσκαγε στην ακτή με φόρα, για να περιμαζέψει εκείνο τον λόφο της άμμου που είχα βαφτίσει κάστρο.

Δε δέχτηκα ποτέ τη δική σου οπτική. Δε δέχτηκα ποτέ πως με ήθελες τόσο-όσο. Πνίγηκα στα αναφιλητά πολλές φορές, μα ποτέ δεν κατανόησα την αλήθεια. Έχτισα μια εικόνα που με βόλευε και με εκείνη πορεύτηκα. Μια άτυπη συμφωνία κάναμε μεταξύ μας: Εσύ να έρχεσαι και να με απολαμβάνεις, κι εγώ να καλλιεργώ στο σπίτι μου, το φυτό του ψεύδους.

Μέρες που δεν εμφανιζόσουν, είχα πάντα έτοιμη την απάντηση. «Θα εμφανιστεί, είναι ταξίδια, δουλειά, αλλά θα εμφανιστεί». Ο χρόνος περνούσε κι όταν η παρουσία σου βρισκόταν ξανά στο κατόπι μου, η καρδιά της ερχόταν στη θέση της. Αποκτούσε τη συνηθισμένη ροή και τα γέλια ξεχύνονταν μεμιάς σε εκείνη τη δανεική στιγμή. Όλα ήταν δανεικά. Θα ερχόταν η ζωή να μου πάρει πίσω, όλα όσα μου χάρισε, αφού εγώ έχτιζα στον αέρα, ωραιοποιώντας καθετί που δε μου ήταν αρεστό.

Όταν έπαψα να χτίζω κάστρα, να ονειρεύομαι και να πιστεύω σε ένα ανύπαρκτο αύριο, ξύπνησα κι αντίκρισα την αλήθεια. Και τότε ο πόνος έγινε πιο οδυνηρός από εκείνον που κάθε φορά με κερνούσες μέσα από «τόσο-όσο» που με ζήλο μου προσέφερες. Τελικά, ήρθε κι ο επίλογος που τόσο πολύ απέφευγα, σ’ ‘εναν λόφο που καθίσαμε για να αναλύσουμε εκείνα που είχαν ξεμείνει στα χείλη. Όσο το μάτι αγνάντευε και χανόταν στη φασαρία των κυμάτων, οι λέξεις, τα λόγια σου κι οι υποσχέσεις ζωντάνευαν μπροστά μου. Κι έτσι, κάπως γλυκά με έκαναν να ελαφρύνω το φορτίο της τιμωρίας και να αποδεχτώ πως κι εσύ είχες ευθύνη.

Ήμουν εγώ, που το δικό σου «τόσο» το έκανα «όσο» χωρίς πυθμένα, χωρίς όριο, χωρίς τίποτα. Ίσως ο έρωτας να ήταν μια άγνωστη λέξη για σένα. Για μένα, όμως, ήταν τα πάντα. Η ομορφιά του με αγκάλιαζε, είχε ωραίο άρωμα, μια διάθεση να συγχωράει και να αποδεχθεί, μια ανάγκη να συνεχίζει για εκείνο το αύριο με μπόλικο «εσένα». Αλλά, ήταν μόνο ένα όνειρο που ο ένας το ταξίδευε πιο γρήγορα από τον άλλον.

Δε θέλω να θυμάμαι, δε θέλω εκείνα τα νούμερα και τα ονόματα να επαναλαμβάνονται. Δε θέλω να ξέρω, αν κάποιο μήνυμα θα έρθει νοερά. Μόνο αλήθειες και παρουσίες θέλει η ζωή να έχουμε. Όλα τ’ άλλα κομμάτια να γίνουν κι ας τα πάρει η θάλασσα μακριά.

 

Συντάκτης: Αλεξάνδρα Τσότσου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου