Ακούς εκείνη την ατάκα, «δε μετράει η εμφάνιση, αλλά ο χαρακτήρας», και τη νιώθεις τόσο ψαγμένη, τόσο ώριμη. Μέχρι τότε έλκεσαι και διεκδικείς μόνο ό,τι ερεθίζει το μάτι, κι έχεις πάμπολλες φορές βιώσει είτε την απόρριψη, είτε την απογοήτευση για το μύθο που είχες πλάσει για έναν άνθρωπο που ήξερες μόνο εξ όψεως, και αποδείχτηκε πνευματικά ασπόνδυλο.

Μια ωραία πρωία αποφασίζεις ότι πρέπει να ακολουθήσεις αυτό το ρητό, να βρεις κι εσύ ένα «καλό παιδί». Είσαι τόσο αδαής που νομίζεις ότι αν βρεθεί ένας ταλαίπωρος χαρακτήρας να σέρνεται πίσω σου -γιατί κακά τα ψέματα αυτό είναι το καλό παιδί- θα γνωρίσεις την απόλυτη ευτυχία ξέρω γω. Από εκείνη την πρωία λοιπόν, και μέχρι να ωριμάσεις πραγματικά, θα έχεις φάει τα μούτρα σου εξίσου αμέτρητες φορές, πολλάκις πληγώνοντας ένα σωρό «καλά παιδιά», στα οποία θα έχεις συμπεριφερθεί όπως στο κωλόχαρτο. Και στο μεταίχμιο της μετάβασής σου από το ψάξιμο του εαυτού σου στο ψάξιμο του ιδανικού συντρόφου, θα αναρωτιέσαι γιατί κάποιοι άνθρωποι σε γέμιζαν τόσο, ενώ κάποιοι άλλοι, περνούσαν και δεν άγγιζαν.

Θα αναρωτηθείς ποιο απ’ όλα αυτά τα γνωμικά που έχει βρομίσει ο τόπος για το τι είναι ιδανικό ισχύει, λες και μπορεί να καλουπωθεί το ιδανικό, λες και είναι το ίδιο για όλους. Ανεμομαζέματα και διαολοσκορπίσματα που έλεγαν και οι γιαγιάδες μας, μέχρι να αντιληφθείς κάποια στιγμή ότι τίποτα από αυτά δεν ισχύει.

Το ιδανικό, απλά και κατανοητά, θα το αντιληφθείς όταν το γνωρίσεις, από την ολοκληρωτική συντριβή του εγωισμού σου. Εκεί που η έκθεση αδυναμίας για έναν άνθρωπο είναι απροκάλυπτη. Εκεί που και μόνο η συναναστροφή με κάποιον θα αποτελέσει για σένα ενεργειακή ώθηση, που η συζήτηση για το αν τα γεμιστά γίνονται με σκέτο ρύζι ή αν πρέπει να έχουν και κιμά μπορεί να διαρκέσει για ώρες ολόκληρες. Είναι εκείνος ο άνθρωπος που όσο και να μιλάτε απλά δε θα χορταίνεις, που θα γελά ακόμα και με την ηλιθιότερη κρυάδα σου, που θα σε ρωτούν τι του βρίσκεις και θα αναρωτιέσαι αν είναι γκαβοί που δε βλέπουν μια λάμψη που ίσως βλέπεις μόνο εσύ. Και το κυριότερο, θα είναι αμφίδρομο.

Κάποιοι το χαρακτηρίζουν χημεία, κάποιοι άλλοι τύχη, κάποιοι ακόμα και μαγεία. Για κάποιους άλλους πάλι είναι ένα τέλειο παιχνίδι μηχανικής, που όσα παίρνεις, τόσα δίνεις, πάντα αβίαστα, πάντα με ευχαρίστηση, σε μια ακολουθία προσφοράς και από τους δυο που θυμίζει αλυσιδωτή αντίδραση. Και τελικά είτε είσαι τεχνοκράτης ακόμα και στα συναισθήματά σου, είτε βλέπεις νεραιδόσκονες, το αποτέλεσμα είναι ίδιο. Και αυτή η χημεία ίσως αποτελέσει το θεμέλιο μιας σχέσης η οποία φυσικά χτίζεται. Χωρίς προσπάθεια, μια χημεία δε μπορεί να κάνει από μόνη της τίποτα, αλλά και χωρίς χημεία, η σχέση είναι σαν οικοδομή που χτίζεται πάνω σε άμμο. Όσο καλή ποιότητα και να έχει, όσο γούστο και όσες ανέσεις κι αν της δώσεις, στην πρώτη μπόρα θα ισοπεδωθεί. Θέλει ανυποχώρητο και ατέρμονο πείσμα. Η χημεία όμως είναι απλή. Ή υπάρχει ή δεν υπάρχει.

Αν δεν υπάρχει, μάταια μπαίνεις στον κόπο για τα περαιτέρω. Είτε κρατήσει πολύ, είτε λίγο (λίγο θα είναι), η σχέση κάποια στιγμή θα θυμίζει τους ατσούμπαλους καβγάδες του Φρόντο με τον Σμίγκολ για ένα δαχτυλίδι που όλοι ξέρουμε ότι καταλήγει στις λάβες της Μόρντορ. Όταν τα πρώτα ντουζένια εγκαταλείψουν, και η αναγνώριση λάβει τέλος, αυτή η ευφορία και η χαριτωμένη επιπολαιότητα της αρχής θα μετονομαστεί σε «ανωριμότητα», σε «ασυμφωνία».

Λένε ότι δεν υπάρχει λογική στον έρωτα. Αν ίσχυε αυτή η μπαρούφα, τότε από ένα σύνολο πιθανών συντρόφων θα επέλεγες τον πρώτο που θα έβρισκες μπροστά σου, όπως κάνουν οι διασώστες με τους ναυαγούς. Είναι δείγμα καθαρής λογικής και προσδοκιών το ότι επιλέγεις κάποιον συγκεκριμένο. Η λογική βλάπτει τον έρωτα μόνο όταν γίνεται η φυλακή του εγκεφάλου. Σε κάθε άλλη περίπτωση σημαίνει ορθή κρίση, απαιτήσεις, πήχη, κριτήρια. Και η χημεία είναι κάτι που αντιλαμβάνεται ο εγκέφαλος και όχι η καρδιά, και συνειδητά αποφασίζει ότι υπάρχει.

Ούτε η εμφάνιση, ούτε ο χαρακτήρας. Η χημεία είναι αυτή που ορίζει το αν δυο άνθρωποι ταιριάζουν. Η εμφάνιση θα αλλάξει με τα χρόνια, και οι χαρακτήρες δεν μπορείς να ξέρεις από την αρχή αν είναι οι αληθινοί ή κάτι προσποιητό για να σε πλησιάσει κάποιος. Αυτός όμως ο «νευροδιαβιβαστής του έρωτα», δεν προσποιείται. Και η αναζήτησή του θυμίζει αυτή του συμβατού δότη σε μια μεταμόσχευση. Ελάχιστα δείγματα θα είναι συμβατά, και αυτά θα περάσει πολύς χρόνος για να βρεθούν, χρόνος πολλές φορές πολύτιμος. Αλλά είναι και τα μόνα που θα δεχθεί ο οργανισμός, θα ενσωματωθούν αρμονικά, και το σώμα θα συνεχίσει να λειτουργεί σωστά. Το μάτι θα σου δημιουργήσει την έλξη, ο χαρακτήρας την οικειότητα, αλλά τον έρωτα θα στον ταυτοποιήσει η χημεία, και μόνο αυτή. Αλλιώς δεν είναι έρωτας, αλλά ένα ακόμη καβλάντισμα.

 

Επιμέλεια Κειμένου Αλέξη Φαραντούρη: Κατερίνα Κεχαγιά

Συντάκτης: Αλέξης Φαραντούρης