Πορτογαλία, καλοκαίρι του 2004. Ελάχιστοι Έλληνες μπορούσαν να φανταστούν λίγο καιρό πριν ότι θα ούρλιαζαν στους δρόμους και τις πλατείες πανηγυρίζοντας ένα Euro. Αυτή η ομάδα- outsider των μικρόσωμων ποδοσφαιριστών, πολλοί εξ’ αυτών ήδη μπαρμπάδες, θ’ αποδείκνυαν για μια ακόμη φορά τη δύναμη της Ελληνικής ψυχής.

Εμείς –και να λέμε ευτυχώς- το έχουμε δει μόνο σε αθλητικές αναμετρήσεις. Οι παππούδες μας έχουν βιώσει αυτό το συναίσθημα ομοψυχίας εν μέσω μαχών και αιματηρών πολέμων, που το στοίχημα δεν είναι ένα κύπελλο που θα φέρει ένα αεροπλάνο από κάποιο μακρινό γήπεδο, αλλά η ελευθερία κι η ανεξαρτησία. Τότε που η νίκη δεν είναι ποτισμένη με ιδρώτα και σαμπάνιες, αλλά μ’ αίμα και θάνατο.

Σε μια χώρα που ζει μια απ’ τις χειρότερες περιόδους της μακρόχρονης ζωής της, το να βλέπεις έναν Έλληνα να διαπρέπει είτε ατομικά είτε συλλογικά στο εξωτερικό, δεν είναι απλά πηγή υπερηφάνειας κι έμπνευσης. Αυτοί οι Έλληνες είναι σε μια φυσική παρουσία όλο το νόημα του υψηλού φρονήματος και της δόξας. Σε μια εποχή που πολλοί θεωρούν αυτό το λαό ξεγραμμένο, με χειρότερο το ότι κάποιοι εξ’ αυτών είναι κι οι ίδιοι Έλληνες, είναι κάτι παραπάνω από ευχάριστο να υπάρχουν έστω και λίγοι που τους διαψεύδουν με την προσφορά τους και την αξία τους.

Σ’ ένα κράτος που κυριαρχεί η διαφθορά κι η απάτη, το ψέμα και το σκοτάδι, θυμίζουν αστέρια εκείνοι που καταφέρνουν και λάμπουν από τόσο μακριά, εκπέμποντας ένα φως που φτάνει μέχρι εδώ. Για μια ακόμη φορά ζούμε σε μια κρίση αξιών. Παραπάνω από έναν αιώνα πριν, ο Κωστής Παλαμάς γράφει για μια ρωμιοσύνη «προσκυνημένη πόρνη σε αρλεκίνους δυνάστες» κι έναν Έλληνα «σκλάβο σκυμμένο με τη δική του θέληση». Πιο επίκαιρος από ποτέ δε θαρρείς; Αν η ιστορία επαναλαμβάνεται, τότε είναι δεδομένο ότι η ρόδα θα γυρίσει. Μόνη της όχι, αλλά όπως τότε, έτσι και τώρα, θα πρέπει ν’ αναζητούμε τα σωστά πρότυπα.

Το πρόβλημα του Έλληνα ήταν δυστυχώς πάντα η Ελλάδα. Όσο κι αν αγαπά τον τόπο του, δεν είναι ποτέ εκεί τόσο παραγωγικός όσο είναι όταν φεύγει απ’ αυτόν. Έλληνες της διασποράς τάιζαν τον πεινασμένο λαό από μίλια μακριά με τα εμβάσματά τους, χρηματοδότησαν εκστρατείες, έφεραν τεχνογνωσία. Οι ίδιοι φρόντισαν να φτιάξουν μια μικρή Ελλάδα στο σπίτι τους, στη γειτονιά τους, για να κρατιέται η εθνική τους ταυτότητα ζωντανή κι η καρδιά τους ζεστή. Όλοι είχαν να λένε για κάποιον αδερφό στην Αμερική ή κάποιο θείο στη Γερμανία, που πήγε ξυπόλητος και νηστικός και λίγα χρόνια αργότερα είχε μεγαλουργήσει.

Δεν είναι μόνο οι επιστήμονες κι η έρευνά τους, δεν είναι μόνο οι ναυτικοί που με την έμφυτη ναυτοσύνη τους ξεκίνησαν από σκυλοπνίχτες και ψαρόβαρκες, για να καταλήξουν να ‘χουν έναν από τους ισχυρότερους εμπορικούς στόλους στον κόσμο κι ίσως τα ικανότερα πληρώματα, ούτε οι αθλητές που μας κάνουν περήφανους σε κάθε διάκρισή τους.

Είναι ο κάθε ανώνυμος αδερφός μας, που ‘φυγε από την πατρίδα του για να κυνηγήσει τη ζωή του και τελικά την κέρδισε, παρά την αντιξοότητα των συνθηκών με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπος. Είναι ο κάθε κοντούλης μουστακαλής φωνακλάς που σε κοιτά απέναντί του στο μετρό του Παρισιού και σου φωνάζει «Ρε Πατρίδα!» και σ’ αγκαλιάζει σαν να σε ξέρει δέκα χρόνια. Είναι ο κάθε Έλληνας που έφυγε με μια βαλίτσα κι ένα εισιτήριο στα χέρια και γυρίζει πίσω με οικογένεια και περιουσία στα πάτρια εδάφη του, μόνο και μόνο για να μυρίσει τον Ελληνικό αέρα.

Αυτοί οι Έλληνες είναι η μόνη ευκαιρία μας να ζήσουμε λίγη απ’ τη χαμένη μας περηφάνια, η μόνη στιγμή που κοιτώντας τα κατορθώματά τους δακρύζουμε από συγκίνηση κι υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι το μόνο που μας λείπει είναι η αυτοδιάθεση και το φρόνημά μας. Είναι τα πρότυπα, καθ’ ομοίωση των οποίων πρέπει να ξαναχτίσουμε όσα γκρεμίσαμε και κυρίως όσα μας γκρέμισαν, με πρώτα τα όνειρά μας και το πείσμα μας για ζωή και πρόοδο.

 

Επιμέλεια Κειμένου Αλέξη Φαραντούρη: Ιωάννα Κακούρη

Συντάκτης: Αλέξης Φαραντούρης