Είσαι αυτό το «ποτέ» που ευτυχώς ποτέ δεν είπα, γιατί τώρα θα το είχα και αυτό βάρος στην ήδη ένοχη συνείδησή μου. Δεν έχει σημασία το γιατί, μπορεί να είσαι πολύ μεγάλη, πολύ μικρή, δεσμευμένη, να έχεις παρελθόν με τον περίγυρό μου, να είσαι του Βροντάκη και να είμαι Φουρτουνάκης. Είμαστε το «λάθος» στον κόσμο του «έτσι πρέπει».

«Τα ζώα δεν μπορούν να συγκρατήσουν τον εαυτό τους» θα ουρλιάξουν οι αυτοδιορισμένοι λαϊκοί δικαστές, λες και είμαστε στο ίδιο τσουβάλι με έναν βιαστή ή έναν παιδεραστή. Ξέρω από μόνος μου ότι ζω κάτι απαγορευμένο, δεν μου χρειάζεται ο κάθε ιεροδιάκονος της τάξης και της ηθικής, που είτε δεν του έχει τύχει κάτι αντίστοιχο, αμφίδρομο τουλάχιστον, είτε δεν έχει δική του ζωή να κρίνει και μου κουνά το δάχτυλο.

Αλλά σε αυτόν τον κόσμο καρδιά μου, όταν προδίδεις τα καθωσπρέπει τους και τα στερεότυπα, παίρνεις σταύρωση και λιθοβολισμό. Όχι από τον νόμο που με σαφήνεια ορίζει τι απαγορεύεται και τι επιτρέπεται, αλλά από τον κάθε ευνούχο της ζωής που έχει άποψη για όλα, και το κυριότερο, που νομίζει ότι μας ενδιαφέρει να την ακούσουμε.  Όταν όμως προδίδεις τα όνειρα και τα θέλω σου, παίρνεις ένα απαλό «πατ-πατ» στον ώμο, σαν αυτό που σου κάνει ο προϊστάμενός σου όταν σου ανακοινώνει πως απολύεσαι, και ένα υποκριτικό «κουράγιο ρε, ίσως και να ήταν για καλό».

Δεν είμαι ο γλυκούλης που θα σου αφιερώσει ποιήματα. Ούτε θα σου πω με ύφος λάγνου υπεργαμήκουλα ότι «με έχεις καυλώσει εγκεφαλικά». Αφενός είναι ρηχό, και αφετέρου έχει γίνει χιλιοφορεμένο σώβρακο κάθε νιάνιαρου που νομίζει ότι αντιλαμβάνεται τι συναίσθημα και τι ταραχή βιώνεις όταν οι σκέψεις σου μοιάζουν σαν εκρηκτικός μηχανισμός που πυροδοτεί μια και μοναδική παρουσία. Και ναι, με εξιτάρουν ακόμα και οι στιγμές που ενώπιον τρίτων είμαι αναγκασμένος να παριστάνω τον αδιάφορο, σαν τον επιβάτη που έκλασε μέσα στο λεωφορείο και σφυρά κοιτώντας αμέριμνος την οροφή για να μην τον καταλάβουν. Αναθεματίζω που είμαι αναγκασμένος να παίζω αυτό το θεατράκι, αλλά η αλήθεια είναι ότι έχει γίνει η πρέζα μου, έχω λατρέψει αυτή την φλύαρη συζήτηση της σιωπής. Και όταν η εικόνα σου έρχεται είτε στα μάτια μου είτε στο μυαλό μου, δεν κάνει fade in κάποιο κλαψομούνικο καψουροτράγουδο που το ακούς με μισολυμένη γραβάτα και ξεβρακωμένο πουκάμισο, αλλά μουσική, μουσική που δεν έχω ξανακούσει, που δεν ξέρω καν αν έχει γραφτεί ακόμα, μουσική που με το που συνέρχομαι από την φαντασίωση μου ξεχνώ και δεν θυμάμαι ούτε το ρυθμό της. Ακόμα και τα πρωινά που έχουν ακολουθήσει μια νύχτα μας, που πάω άυπνος στην δουλειά μου και όσοι βλέπουν τους μαύρους κύκλους μου νομίζουν πως φοράω σουτιέν στο πρόσωπο, ακόμα και τότε είμαι χαρούμενος.

Γιατί είμαι από τους λίγους τυχερούς που ξέρουν ότι ο έρωτας δεν καταλαβαίνει από ταμπέλες και όρια, δεν είναι μαθηματική πράξη τύπου: «όμορφη+αδέσμευτη+αποδεκτή από τον κύκλο μου=μου κάνει». Είναι ένστικτο που επιβάλλεται από το ασυνείδητο μέρος του εγκεφάλου, αυταρχικά και αδιάλλακτα. Τις φωτιές τις θέλουν πολλοί, αλλά ελάχιστοι είναι διατεθειμένοι να καούν σε αυτές. Μη φοβηθείς τα εγκαύματα, το καλύτερο φάρμακο γι’ αυτά είναι το γιαούρτι, και θα μας πετάξουν μπόλικο αν μαθευτεί το μυστικό μας.

Υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν την ευτυχία τους να έρθει, και υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που πολεμούν για να την βρουν οι ίδιοι. Και ξέρεις πολύ καλά σε ποια από τις δυο κατηγορίες ανήκω. Δεν θα με δελεάσουν ποτέ ξεπουλημένα όνειρα με αντάλλαγμα φαινομενική ασφάλεια. Και όταν θα μου  πουν «Απ’ όλο τον κόσμο, αυτήν βρήκες;», θα απαντήσω «Εγώ αυτήν θέλω».  Γιατί, μωρό μου, παραχώρηση θα κάνω στον περιπτερά που δεν έχει τη μάρκα των τσιγάρων μου και θα πάρω μια άλλη, παραχώρηση θα κάνω στο στομάχι μου όταν δε θα βρίσκω σοκολάτα στο σπίτι και θα φάω ένα από εκείνα τα λουκουμάκια που είχαν φέρει οι γέροι μου απ’ τη Σύρο το 2013 και τώρα τα πετάς στον τοίχο και βγαίνουν στο δίπλα διαμέρισμα. Παραχωρήσεις όμως στο ποιον θα επιλέξω είτε για μία βραδιά, είτε για μία ζωή, δεν κάνω. Τα μελοδράματα γράφονται για να ταυτίζονται όσοι είναι αδύναμοι να ορθώσουν το ανάστημά τους σε αυτούς που τους θέλουν υποταγμένους στο βόλεμα, και όσοι βλέπουν μονόδρομους και αδιέξοδα. Όλοι οι υπόλοιποι παλεύουν, διεκδικούν, μάχονται, και βρίσκουν λύσεις.

Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι μπορώ να κάνω ό,τι γουστάρω χωρίς να υπολογίζω τίποτα και κανέναν, ούτε την ελπίδα ότι εμείς θα είμαστε κάποια στιγμή κάτι παραπάνω από αυτό που είμαστε σήμερα. Αλλά δεν έχω και την αυταπάτη ότι μπορώ ή θέλω να το διακόψω. Δεν τα κατάφερα πριν ξεκινήσει, τώρα θα τα καταφέρω; Κι εσύ δεν θέλω να πιστέψεις ποτέ το ψέμα που σου λέω για να σε εφησυχάζω ότι όντως προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις να το σταματήσω. Στην πραγματικότητα προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις να το βιώσω, και το να μου ζητάς να βάλω φρένο είναι σαν να είμαι ανάπηρος και να μου λες να έρθω να σπρώξουμε το αμάξι σου που έμεινε.

Γι’ αυτό ή βρες εσύ τη δύναμη και σταμάτα το, ή ψήσου να το ζήσουμε. Για όσο.

 

Συντάκτης: Αλέξης Φαραντούρης