Ζούμε στην εποχή που σιγά-σιγά τα τραύματα που έχουμε βγαίνουν προς τα έξω, ίσως επειδή δεν μπορούμε να τα διαχειριστούμε, ή ίσως γιατί γίνεται συζήτηση γύρω απ’ αυτά πλέον. Βέβαια σαν κάτι να κρύβεται πολλές φορές από πίσω και να μη μας αφήνει να τα προσπεράσουμε ή να βρούμε κάποια ανακούφιση. Οι αιτίες για μια τέτοια ψυχολογική πίεση μπορεί να είναι πολλές. Η οικογένεια που μπορεί να μη μας υποστήριζε τόσο, οι φίλοι που μας την έφεραν πισώπλατα, οι σχέσεις που τα δώσαμε όλα κι έπειτα μας τραυμάτισαν ανεπανόρθωτα, η εργασία που δε μας αρέσει και μας τρώει για όλα εκείνα που προσφέρουμε, αλλά δε βρίσκουν αντίκτυπο.

Και κάπου εκεί, μέσα σ’ όλες αυτές τις σκέψεις και τα ψυχολογικά βάρη, έρχεται ένα άτομο το οποίο μας ακούει και καταλαβαίνει όλα όσα λέμε. Όλα εκείνα που μας απασχολούν και μας έχουν φέρει σ’ αυτό το σημείο. Μας ακούει με προσοχή, αφουγκράζεται τις ανάγκες μας κι αναγνωρίζει τα τραύματά μας. Κι αυτό τ’ άτομο γίνεται σιγά-σιγά τ’ αγχολυτικό μας. Μας κάνει να νιώθουμε πως μπορούμε επιτέλους να μiλήσουμε γι’ όλα όσα μας απασχολούν και να μοιραστούμε επιτέλους το βάρος με κάποιον που θέλει να είναι δίπλα μας. Όλα αυτά όμως δημιουργούν ένα ερώτημα: Γιατί νιώθουμε τόσο έντονη ανάγκη να μοιραστούμε αυτά που νιώθουμε και γιατί όταν το πετυχαίνουμε αισθανόμαστε έντονη ανακούφιση;

Αρχικά είναι πιθανό να περνάμε μια περίοδο έντονου άγχους και στρες η οποία μας έχει κάνει ν’ αισθανόμαστε «μουδιασμένοι» κι ανήμποροι. Ένα τέτοιο συναίσθημα όχι μόνο είναι δύσκολο να το διαχειριστούμε αλλά μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για την ψυχική μας υγεία αν δεν το εξωτερικεύσουμε και δεν το μοιραστούμε με άτομα εμπιστοσύνης μας ή δεν επισκεφτούμε κάποιον ειδικό ψυχικης υγείας.

Όλοι μας ανεξαιρέτως λόγω της πίεσης των ημερών, αντιμετωπίζουμε τέτοιου είδους προβλήματα και φυσικά θέλουμε να έχουμε κάποιον δίπλα μας να μάς στηρίζει. Το κακό είναι πως δεν αναγνωρίζουμε πάντα το μέγεθος του προβλήματος μέσα μας κι έτσι δε γνωρίζουμε πώς να δράσουμε κι αφήνουμε την ψυχική μας υγεία να χειροτερεύει. Αυτό συμβαίνει, διότι η πίεση που δεχόμαστε καθημερινά είναι μεγάλη και πολλές φορές δεν την εξωτερικεύουμε, όπως θα έπρεπε. Άλλες φορές πάλι, όταν έχουμε κάποια ψυχική διαταραχή και βιώνουμε ακόμα πιο έντονα αυτά τα συναισθήματα, την υποτιμάμε κατά πολύ, την κρύβουμε ή και την αρνούμαστε επειδή δε θέλουμε να χαρακτηριστούμε ως «διαταραγμένοι». Αυτό που δεν μπορούμε όμως να δεχτούμε είναι ότι ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού, βρίσκεται ακριβώς την ίδια φάση.

Όταν τα μοιραζόμαστε όμως όλα αυτά, προχωράμε σε μια βαθιά «εξομολόγηση» όλων εκείνων που μας ενοχλούν και κάνουν trigger το τραύμα μέσα μας -όσο δεν τ’ αντιμετωπίζουμε. Γι’ αυτό χαιρόμαστε όταν βρίσουμε κάποιον να μας καταλαβαίνει, να μας ακούει και να μη μας κρίνει. Γι’ αυτό νιώθουμε ξαφνικά πιο ελεύθεροι απ’ ό,τι μας βαραίνει τη στιγμή που μοιραζόμαστε το τραύμα μας.

Γιατί με λίγα λόγια καταφέρνουμε ν’ εξωτερικεύσουμε το πρόβλημα, ν’ αποβάλουμε την ένταση και την πίεση. Ξέρουμε πως σταθήκαμε αρκετά τυχεροί ώστε να βρούμε κάποιον που να κατανοεί βαθιά την πηγή των προβλημάτων και να μοιράζεται ίσως μαζί μας τις ίδιες εμπειρίες ή έστω παρόμοιες. Ξέρουμε πως πλέον μπορούμε να μιλήσουμε κάπου, ν’ ανοιχτούμε, να πάρουμε τηλέφωνο όταν περνάμε δύσκολα και να εκφραστούμε όπως επιθυμούμε γιατί γνωρίζουμε πως δε θα λάβουμε πίσω κριτική.

Κι αυτό μας οδηγεί σ’ ένα μόνο συμπέρασμα: Δεν πρέπει να κρίνουμε τους ανθρώπους γιατί δε γνωρίζουμε τι ακριβώς περνάνε και τι βρίσκεται μέσα στο μυαλό τους.

 

Συντάκτης: Σία Πέρση
Επιμέλεια κειμένου: Ζηνοβία Τσαρτσίδου