«Δε με νοιάζει!» Σου θυμίζει κάτι; Σίγουρα, μιας και όλοι έχουμε δώσει αυτή την απάντηση κάποια στιγμή, ακόμα κι όταν δεν την εννοούμε. Το λέμε για να μην εκτεθούμε και για να μη δώσουμε στο σύμπαν αποδείξεις ότι μας αγγίζει κάτι περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε. Το πρόβλημα είναι ότι το σύμπαν δε συγκινείται από τις λέξεις μας, αλλά από την ενέργεια που στάζει από μέσα τους.

Όσο όμως κι αν κάνουμε πως δε μας νοιάζει, μέσα μας πάντα κάτι κινείται. Μπορεί να είναι ένα μικρό σφίξιμο στο στομάχι όταν βλέπουμε ένα όνομα να εμφανίζεται ή όταν δεν εμφανίζεται ή μια σύντομη ελπίδα που νιώθουμε και την κρύβουμε αμέσως, για να μη φανεί ούτε σε εμάς τους ίδιους. Το «δε με νοιάζει» συχνά είναι ένας ρόλος που παίζουμε καλά, αλλά τον παρακολουθούμε κιόλας ενώ μέσα μας ξέρουμε ακριβώς τι συμβαίνει.

Έλα όμως που το σύμπαν δεν έχει καμία διάθεση να συμμετάσχει στο ψέμα. Δεν ακούει τις δηλώσεις μας, αλλά τις σκέψεις που επαναλαμβάνουμε τη νύχτα, τα σενάρια που παίζουν στο κεφάλι μας λίγο πριν κοιμηθούμε και τα αν που γλιστρούν μέσα μας. Το σύμπαν πιάνει τις συχνότητες μας και όχι τις δικαιολογίες. Έτσι όσο πιο πολύ λέμε «δε με νοιάζει», τόσο πιο δυνατά εκπέμπουμε «με νοιάζει πάρα πολύ».

Αναρωτιέμαι, τι προσπαθούμε να πετύχουμε με αυτό τον τρόπο; Προσπαθούμε να ξεγελάσουμε κάτι που προφανώς είναι μεγαλύτερο από εμάς, την ίδια στιγμή που δεν μπορούμε να ξεγελάσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό ούτε για μια στιγμή. Λες και φοράς μεσα στο σπίτι γυαλιά ηλίου και να πιστεύεις ότι κανείς δε βλέπει τα μάτια σου. Αστείο…Τα μάτια είναι εκεί και το βλέμμα σου εξίσου.

Αν το προσεγγίσω πνευματικά, που το κάνω σχεδόν πάντα με όλα, το «δε με νοιάζει»  θεωρώ πως είναι μια μορφή αντίστασης. Αντιστεκόμαστε όχι στον άλλον, αλλά στον ίδιο μας τον εαυτό. Είναι η στιγμή που η ψυχή νιώθει κάτι, αλλά το μυαλό πανικοβάλλεται. Γιατί αν παραδεχτούμε ότι μας νοιάζει, τότε παραδεχόμαστε ότι είμαστε ευάλωτοι σε μια κατάσταση και η ευαλωτότητα είναι γυμνή αλήθεια. Δεν μπορείς να μιλάς αληθινά και ταυτόχρονα να ειρωνεύεσαι ή να κρατάς άμυνες. Και στην τελική γιατί να μην λέμε ξεκάθαρα και αφιλτράριστα την αλήθεια μας από το να κρυβόμαστε πίσω από τα «Δεν…»

Το σύμπαν καλό μου πλάσμα αγαπάει την γυμνή αλήθεια. Όταν μιλάμε ειλικρινά και εκφράζουμε ατόφια ότι νιώθουμε εκεί ξεκινάει και η αληθινή επικοινωνία. Όταν είμαστε ειλικρινείς με αυτό που νιώθουμε τότε ακόμα κι αν κάτι είναι μπερδεμένο, ακόμα κι αν είναι άβολο μέσα μας, μας ευθυγραμμίζει. Όταν λέμε μέσα μας «με νοιάζει και φοβάμαι» αυτό είναι μια καθαρή πρόταση. Έχει αρχή, μέση και τέλος. Το «δε με νοιάζει» ενώ μας νοιάζει είναι θόρυβος και αυτός ο θόρυβος μπερδεύει τις απαντήσεις.

Κάπου εδώ εμφανίζεται και το πιο παιχνιδιάρικο μέρος όλης της ιστορίας. Γιατί όσο σοβαρό κι αν το ζούμε, έχει μέσα του και κάτι το αστείο. Το σύμπαν είναι σαν να μας κοιτάζει με ένα ήσυχο χαμόγελο και να μας αφήνει να παίζουμε τον ρόλο μας, γνωρίζοντας πολύ καλά τι συμβαίνει. Αρχίζουμε να παρατηρούμε μικρά σημάδια που μας στέλνει , τυχαίες συμπτώσεις και συναντήσεις που δεν τις προγραμματίζαμε, ακόμα και τραγούδια που ακούγονται τη στιγμή που δεν τα περιμέναμε. Όλα αυτά δε συμβαίνουν γιατί το σύμπαν θέλει να μας μπερδέψει, αλλά για να μας θυμίσει ότι ξέρει την αλήθεια μας. Κι εμείς τι κάνουμε; Συνεχίζουμε το δράμα μας με μια επιμονή που μοιάζει με τέχνη.

Γιατί λοιπόν το κάνουμε αυτό; Το κάνουμε γιατί φοβόμαστε τι θα συμβεί αν παραδεχτούμε αυτό που νιώθουμε. Αν πούμε ότι μας νοιάζει, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να μη νοιάζει το ανάλογο πρόσωπο. Αν το αποδεχτούμε, μπορεί κάτι να αλλάξει και η αλλαγή αυτή συχνά τρομάζει περισσότερο από το να μένουμε στάσιμοι. Έτσι επιλέγουμε να στεκόμαστε κάπου στη μέση, χωρίς να προχωράμε και χωρίς να φεύγουμε, χωρίς να λέμε καθαρά την αλήθεια αλλά ούτε και να λέμε ψέματα. Εκεί όμως τα πράγματα κολλάνε, η ενέργεια μπλοκάρει και το σύμπαν δεν ξέρει πώς να ανταποκριθεί όταν του μιλάμε μισά.

Η πνευματική ωριμότητα δεν είναι να λέμε «δε με νοιάζει», αντιθέτως μάλιστα πρέπει να λέμε ότι μας νοιάζει και να έχουμε την εσωτερική δύναμη να το αντέξουμε κιόλας. Το να λέμε  «ναι, με αφορά αυτό, ναι, αγγίζει κάτι μέσα μου» χωρίς να περιμένουμε κάποιο αποτέλεσμα, αυτόματα αλλάζει την συχνότητα μας. Πρέπει να αφήνουμε το συναίσθημα να ρέει και να υπάρχει χωρίς να το χειραγωγούμε. Εκεί το σύμπαν λαμβάνει τα μηνύματα που του στέλνεις και αρχίζει να χαλαρώνει. Σαφώς και δε θα σου δώσει αυτό που θέλεις σαν τον ντελιβερά που σου φέρνει τα σουβλάκια, αλλά θα σου δώσει αυτό που πραγματικά χρειάζεσαι! Και αυτό που χρειαζόμαστε κάποιες φορές μπορεί να μην είναι κάτι το οποίο θα έχει αίσιο αποτέλεσμα, αλλά θα λειτουργεί στις πραγματικές μας ανάγκες. Στην τελική η αλήθεια μας είναι αυτή που φέρνει γαλήνη μέσα μας και η πραγματική ανακούφιση είναι όταν σταματάμε να παίζουμε ρόλους.

Το δράμα λοιπόν πλασματάκια δεν είναι ότι μας νοιάζει, αλλά ότι προσποιούμαστε ότι δε μας νοιάζει και έτσι κουραζόμαστε διπλά. Κουραζόμαστε να νιώθουμε και κουραζόμαστε να κρύβουμε αυτό που νιώθουμε. Ίσως λοιπόν η πιο πνευματική, παιχνιδιάρικη και απελευθερωτική κίνηση είναι να χαμογελάσουμε, να σηκώσουμε τους ώμους και να πούμε στον εαυτό μας «εντάξει, με νοιάζει, ε και τι έγινε;». Το σύμπαν το ήξερε ήδη ούτως ή άλλως, απλώς τώρα το ξέρεις κι εσύ!

Συντάκτης: Ασημίνα Μαραγκού