Ο Γιώργος Παπαδάκης σού προσφέρει καφέ σε πράσινο χάρτινο ποτήρι κι αυτό δεν είναι τρολ! Είναι διαφήμιση καφετέριας στην Ελλάδα, η οποία με αυτό τον τρόπο προσπάθησε να γίνει διάσημη και δημοφιλής. Ίσως με ένα ανορθόδοξο και περίεργο τρόπο, αλλά κατάφερε το ζητούμενο. Είναι από χθες talk of the town, και όχι για τους σωστούς λόγους.
Ο Γιώργος Παπαδάκης «έφυγε» πριν δέκα μέρες, σκορπίζοντας θλίψη σε όλους, καθώς ήταν το πρόσωπο που έμπαινε καθημερινά για δεκαετίες στα σπίτια μας, λέγοντάς μας καλημέρα. Μάς έλεγε τα νέα της ημέρας, τον θεωρούσαμε δικό μας άνθρωπο και κομμάτι της ζωής μας και το κενό του μάς στέρησε τα παιδικά/εφηβικά/νεανικά/ενήλικα πρωινά μας.
Η καφετέρια στη Μεσσήνη επέλεξε, αυτολεξεί, να παίξει με τη νοσταλγία, δημιουργώντας έναν άλλο Γιώργο Παπαδάκη να βγαίνει μέσα από τον ουρανό, από τις πύλες του παραδείσου, χαμογελώντας όπως συνήθιζε πάντα.
Η διαφήμιση, όπως ήτα φυσικό, προκάλεσε αντιδράσεις. Όλων των ειδών. Κάποιοι τη θεώρησαν χιουμοριστική και πετυχημένη, κάποιοι ακραία και αχρείαστη, κάποιοι ενοχλητική και υβριστική. Ο ίδιος ο διευθυντής του κέντρου εστίασης έσπευσε να εξηγήσει το σκεπτικό πίσω από την απόφαση, λέγοντας ότι σκοπός ήταν να φέρουν στη μνήμη μας (λες και έφυγε ποτέ) τον αγαπημένο μας μας παρουσιαστή, στον Παράδεισο (και όχι στην κόλαση), λόγω της προσωπικότητας, του ήθους και της ακεραιότητάς του.
Πασιφανές ότι σκοπός του εν λόγω καφέ ήταν η προβολή και η διαφήμιση. Ή όπως λένε, there is no publicity like bad publicity.
Αν και, εδώ που τα λέμε, τα κατά τα άλλα συμπαθέστατο καφέ, το παράκανε κατά τι. Κι εγώ όταν είδα την εικόνα ένιωσα περίεργα, άβολα, αμήχανα. Δεν εκνευρίστηκα ούτε θύμωσα. «Είδα» τους λόγους πίσω από την κίνηση, κατάλαβα τα κίνητρα. Αλλά ο σκοπός δεν αγιάζει πάντα τα μέσα, εξάλλου ο δρόμος προς την κόλαση (pun intended) είναι στρωμένος με ροδοπέταλα.
Ας κρατήσουμε και λίγα πράγματα στην καρδιά και το μυαλό μας ακέραια. Δεν έχει κανένα νόημα να δίνουμε εικόνα και μορφή σε πρόσωπα που δεν είναι πλέον μαζί μας. Και, κυρίως αυτό, είναι στα όρια της ανεντιμότητας το να χρησιμοποιούνται λαοφιλή τεθνεώτα πρόσωπα για κερδοσκοπία, προβολή ή διαφήμιση.
