Έχετε παρατηρήσει σε πόσα διλήμματα μπαίνουμε καθημερινά ασυνείδητα ή ακόμα και συνειδητά; Κάθε μέρα ένας μαραθώνιος μεταξύ χαράς-λύπης, γέλιου-κλάματος, αγάπης-πόνου, ευγνωμοσύνης-απογοήτευσης, λογικής-συναισθήματος και όσα ακόμα μπορεί να γεννήσει το μυαλό σας. Αν γυρίσετε –και όχι απλά να κοιτάξετε– αλλά να παρατηρήσετε τους ανθρώπους γύρω σας για μια στιγμή, σα να παγώνετε τον χρόνο, θα διαπιστώσετε πως υπάρχει από πάνω τους καρφωμένο ένα σύννεφο εμποτισμένο με το πιο δυνατό κοκτέιλ φόβου, άγχους, ματαίωσης και ανηδονίας. Το κοκτέιλ που θα μπορούσαμε κάλλιστα να το ονομάσουμε «το κοκτέιλ του εσωτερικού πολέμου».
Και αν το καλοσκεφτείτε, ο μεγαλύτερος πόλεμος που δίνει ο άνθρωπος στη ζωή του τελικά δεν είναι με τους άλλους αλλά με τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι όλες εκείνες οι αόρατες μάχες που γίνονται μέσα μας, όταν προσπαθούμε να κρατήσουμε κάτι που βαθιά μέσα μας νιώθουμε πως έχει τελειώσει. Μπορεί να είναι μια σχέση, μια κατάσταση, μια προσδοκία, ακόμα και μια εκδοχή του εαυτού μας που δεν μας χωράει πια.
Όμως αυτό ακριβώς το σημείο πάει αγκαζέ με τη μεγαλύτερη πρόκληση και δυσκολία που καλείται ένας άνθρωπος να περάσει ως μάθημα για να κάνει το πρώτο γενναίο βήμα προς την αυτοεξέλιξή του. Αυτό δεν είναι άλλο από το να μάθει στη ζωή του «να αφήνει»… Γιατί το «αφήνω» μπορεί να είναι μια τόσο δα μικρή λέξη αλλά κρύβει μέσα της μια τεράστια υπαρξιακή διαδικασία. Σημαίνει να παραδεχτείς ότι κάτι που κάποτε πίστεψες, αγάπησες ή ονειρεύτηκες δεν θα συνεχίσει το μονοπάτι αυτό μαζί σου.
Και ο άνθρωπος, η ιστορία έχει δείξει, πως δεν τα πάει πολύ καλά με τον ορισμό και τη φύση της λέξης «τέλος».
Ξέρετε, μεγαλώσαμε με την ιδέα ή καλύτερα με την πεποίθηση ότι η επιμονή είναι αρετή. Ότι πρέπει να παλεύουμε, να προσπαθούμε και να αντέχουμε πάντα «λίγο ακόμη». Και πράγματι, σε πολλές περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι αλήθεια. Η επιμονή χτίζει χαρακτήρες, δημιουργεί ιστορίες και γεννά επιτυχίες.
Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά, εκείνη που κανείς δεν μας έμαθε και γι’ αυτό ο κλήρος έπεσε στη ζωή να μας διδάξει. Η πλευρά που λέει ότι μερικές φορές η μεγαλύτερη δύναμη δεν είναι να κρατάς το σκοινί σφιχτά αλλά να μάθεις να το αφήνεις, για να μην πληγώνεσαι όλο και περισσότερο.
Να μάθεις λοιπόν να αφήνεις χωρίς θυμό, χωρίς εκδίκηση και χωρίς να προσπαθείς μανιωδώς να αποδείξεις ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο. Απλώς να αναγνωρίζεις συνειδητά ότι ο δρόμος σου συνεχίζει αλλού, σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Και αυτό σίγουρα είναι ένα από τα πιο δύσκολα και επώδυνα πράγματα που καλούμαστε να κάνουμε στη ζωή μας, όχι μια φορά αλλά μεγαλώνοντας όλο και περισσότερο.
Σίγουρα όταν αφήνουμε, δεν αποχωριζόμαστε μόνο έναν άνθρωπο ή μια κατάσταση, έναν τόπο, μια συνήθεια αλλά αποχωριζόμαστε μια ολόκληρη καλά γνώριμη εκδοχή του εαυτού μας. Εκείνον τον εαυτό που πίστευε ότι τα πράγματα μπορούν να εξελιχθούν διαφορετικά. Και αυτή η μικρομέγαλη «απώλεια» έχει ανάγκη τον χρόνο για να επουλωθεί.
Στην αρχή έρχεται το κενό, ένα περίεργο και άβολο κενό. Σα να αφαιρέθηκε ξαφνικά κάτι που καταλάμβανε χώρο μέσα σου για πολύ καιρό. Ακόμα κι αν αυτό το «κάτι» σε πλήγωνε με την παραμονή του. Γιατί ο άνθρωπος συνηθίζει ακόμα και τον πόνο του, μαθαίνει και τον κάνει ρουτίνα του. Τον κάνει οικείο. Και πολλές φορές, μη σας πω, προτιμά μια γνώριμη δυστυχία από μια άγνωστη ελευθερία.
Όμως κάπου εκεί φίλοι μου, αρχίζει το πραγματικό ταξίδι της θεραπείας. Γιατί όταν αποφασίζεις να αφήσεις αυτόματα ανοίγεις και δημιουργείς χώρο. Και ο χώρος αυτός είναι απαραίτητος για να εισέλθει το καινούριο. Νέες εμπειρίες, νέες σχέσεις, νέα γνώση, νέες συνήθειες, νέες εκδοχές του εαυτού σου που αγνοούσες ότι έκρυβες μέσα σου. Πάνω από όλα όμως ανοίγεις χώρο για την ειρήνη μέσα σου.
Και όταν αναφέρομαι στην ειρήνη, δεν εννοώ την εντυπωσιακή ειρήνη που μοιάζει με θρίαμβο αλλά εκείνη την ήσυχη, βαθιά αίσθηση ηρεμίας. Σα να σταματάει για λίγο ο θόρυβος μέσα στο κεφάλι σου και να ακούς μέχρι και την αναπνοή σου. Μια αβίαστη αναπνοή που ρέει σε κοιλιά, πλευρά και θώρακα με απίστευτη και πρωτόγνωρη ευκολία. Είναι εκείνη η ευλογημένη στιγμή που δεν χρειάζεται πια να αποδεικνύεις τίποτα και σε κανέναν.
Και τότε συμβαίνει κάτι σχεδόν μαγικό… Τότε ξεκινάς να επιστρέφεις «σπίτι»… επιστρέφεις στον αυθεντικό εαυτό σου.
Θυμάσαι ποιος ήσουν πριν αρχίσεις να μικραίνεις για να χωρέσεις σε καταστάσεις που δεν σου ταίριαζαν. Πριν αρχίσεις να συμβιβάζεις τα όνειρά σου για να μην ταράξεις τις ισορροπίες και πριν αρχίσεις να πείθεις τον εαυτό σου «ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα».
Η ζωή, ρε παιδιά, δεν είναι για να την αντέχουμε, είναι φτιαγμένη για να τη ζούμε. Και καμιά φορά, για να τη ζήσεις πραγματικά, πρέπει να κάνεις το πιο γενναίο βήμα: να αφήσεις πίσω σου ό,τι δεν σε αφήνει να προχωρήσεις μπροστά.
Εύκολο σίγουρα δεν είναι, αν αναρωτιέστε, ούτε και γίνεται σαφώς σε μια ημέρα. Δεν γίνεται χωρίς δάκρυα, χωρίς αμφιβολίες, χωρίς εκείνες τις νύχτες που αναρωτιέσαι αν πήρες τη σωστή απόφαση. Αλλά κάθε φορά που επιλέγεις την αλήθεια σου αντί για τον φόβο σου, κάτι μέσα σου ανεξήγητα δυναμώνει.
Και ίσως τελικά εκεί να κρύβεται η πραγματική γενναιότητα. Όχι στο να κρατάς τα πάντα στη ζωή σου, αλλά στο να ξέρεις πότε και ποια από αυτά οφείλεις να τα αφήνεις να φύγουν. Γιατί μερικές φορές το πιο δύσκολο και ταυτόχρονα το πιο απελευθερωτικό πράγμα που θα κάνεις ποτέ είναι να πεις: «Αυτό το κεφάλαιο τελείωσε». Και να συνεχίζεις να γράφεις την ιστορία σου δημιουργώντας νέα, με γνώμονα την πλήρη επιστροφή στο «σπίτι».
ΥΓ: Αφιερωμένο σε όλες τις περιπλανώμενες ψυχές που, αν και έχασαν τον δρόμο πολλές φορές, δεν έπαψαν να πιστεύουν στο οδοιπορικό της επιστροφής τους προς τον ανώτερο, αυθεντικό τους εαυτό.
