Μερικές πόλεις δεν μένουν στον χάρτη, μένουν μέσα μας. Υπάρχουν μέρη που όσο κι αν αλλάξουμε, κουβαλάνε πάντα μια εκδοχή μας που έμεινε εκεί. Όχι επειδή δεν προχωρήσαμε, αλλά γιατί σε εκείνους τους δρόμους μάθαμε κάτι για εμάς που δεν ξεχνιέται εύκολα.
Μπορεί να ήταν μια διαδρομή που έκανες σχεδόν κάθε μέρα. Ένας δρόμος που περπατούσες βιαστικά για να προλάβεις, χωρίς να φαντάζεσαι ότι χρόνια μετά θα τον θυμάσαι με μια περίεργη τρυφερότητα. Μπορεί να ήταν ένα μικρό καφέ, μια πλατεία, μια στάση λεωφορείου ή μια γωνία που δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο για κανέναν άλλον, αλλά για εσένα είχε ιστορία.
Γιατί εκεί γέλασες πολύ. Εκεί στεναχωρήθηκες αληθινά. Εκεί άλλαξες λίγο. Και το παράξενο είναι πως τότε δεν το καταλάβαινες. Ζούσες απλώς τη στιγμή. Έλεγες «πάμε πάλι στο γνωστό μέρος;» χωρίς να ξέρεις ότι μια μέρα αυτό το “γνωστό μέρος” θα γίνει ανάμνηση. Κάπου ανάμεσα σε μια βόλτα χωρίς λόγο και σε μια συζήτηση που κράτησε περισσότερο απ’ όσο περίμενες, χτίστηκε ένα κομμάτι του εαυτού σου.
Θυμάμαι μια κουβέντα που μοιάζει μικρή, αλλά έμεινε.
– «Λες να μας λείψουν κάποτε όλα αυτά;»
– «Αποκλείεται. Τα ζούμε τώρα. Γιατί να μας λείψουν;»
– «Γιατί κάποια στιγμή δεν θα είναι το τώρα μας.»
Και κάπως έτσι γίνεται πάντα. Ό,τι κάποτε θεωρούσαμε δεδομένο, κάποια στιγμή γίνεται αυτό που νοσταλγούμε πιο πολύ. Όχι γιατί ήταν τέλειο. Αλλά γιατί ήταν δικό μας.
Οι δρόμοι που μας μεγάλωσαν δεν είναι μόνο οι δρόμοι μιας πόλης. Είναι οι διαδρομές που κάναμε ξανά και ξανά μέχρι να γίνουμε λίγο διαφορετικοί. Είναι οι άνθρωποι που περπάτησαν δίπλα μας. Οι κουβέντες που άλλαξαν τρόπο σκέψης. Οι σιωπές που μας έμαθαν πράγματα που δεν μπορούσαν να ειπωθούν.
Κι ίσως γι’ αυτό, όταν επιστρέφουμε σε κάποια μέρη, δεν ψάχνουμε πραγματικά το μέρος. Ψάχνουμε εκείνη την εκδοχή μας που υπήρξε εκεί. Τον άνθρωπο που ήμασταν τότε. Την αθωότητα που είχαμε. Την πίστη ότι όλα ήταν ακόμη μπροστά. Κι όσο κι αν οι πόλεις αλλάζουν, όσο κι αν οι δρόμοι γεμίζουν άλλα πρόσωπα, υπάρχει κάτι που μένει ανέγγιχτο: το αποτύπωμα που άφησαν μέσα μας.
Κάποιες φορές δεν είναι η ίδια η πόλη που μας λείπει, αλλά ο άνθρωπος που ήμασταν όταν τη ζούσαμε. Εκείνη η εκδοχή μας που περπατούσε πιο ανέμελα, που έκανε σχέδια πάνω από έναν καφέ, που πίστευε πως είχε όλο τον χρόνο μπροστά της. Κι όταν επιστρέφουμε, έστω και για λίγο, δεν ψάχνουμε τόσο τους δρόμους όσο εκείνο το γνώριμο συναίσθημα του «ήμουν καλά εδώ».
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο όμορφο με τους τόπους που μας μεγάλωσαν: δεν μας θυμίζουν μόνο τι περάσαμε, αλλά και ποιοι καταφέραμε να γίνουμε. Κι όσο κι αν προχωράμε, θα υπάρχει πάντα μια γωνιά σε κάποια πόλη που, με έναν παράξενο τρόπο, θα μας κάνει να νιώθουμε λίγο περισσότερο σπίτι.
Γιατί τελικά, κάποιες πόλεις δεν μας φιλοξένησαν απλώς.
Μας μεγάλωσαν.
Υ.Γ. Αν βρεθείς ποτέ ξανά σε έναν δρόμο που κάποτε σε ήξερε καλά, στάσου λίγο. Ίσως εκεί να σε περιμένει μια εκδοχή σου που δεν ξέχασες ποτέ.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
