Βγήκαμε για έναν καφέ. Έτσι, χαλαρά. Πίστευα πως θα ήταν κάτι ανούσιο. Άλλος ένας άνθρωπος που θα περνούσε από τη ζωή μου χωρίς να αφήσει τίποτα πίσω του. Κι όμως, κάτι με τράβαγε να δεχτώ. Κάτι μου έλεγε πως αυτός ο άνθρωπος είχε κάτι διαφορετικό, κάτι ξεχωριστό.
Καθίσαμε και αρχίσαμε να μιλάμε. Κυρίως εγώ μιλούσα. Του μιλούσα για τη σχέση μου. Για τη σχέση που με ταλαιπωρούσε. Για όλα όσα είχα ανεχτεί. Για συμπεριφορές που με είχαν κάνει να χάσω τον εαυτό μου. Για το πόσο καιρό δεν ήμουν πραγματικά καλά. Του είπα πως δεν ένιωθα ασφάλεια. Πως η συμπεριφορά του συντρόφου μου με έκανε να φοβάμαι, να αμφισβητώ τον εαυτό μου, να νιώθω πως ίσως δεν είμαι αρκετή. Του είπα πως είχα πάψει να είμαι ευτυχισμένη εδώ και πολύ καιρό.
Του μίλησα για το πώς πιστεύω ότι μια σχέση πρέπει να είναι ένα ασφαλές καταφύγιο. Ένα μέρος όπου δύο άνθρωποι φροντίζουν ο ένας τον άλλον, νοιάζονται, στηρίζονται και προχωρούν μαζί. Πως η αγάπη δεν είναι μόνο λόγια, αλλά πράξεις που σε κάνουν να νιώθεις πως δεν είσαι μόνος.
Κι εκείνος μου μίλησε για τις δικές του ανησυχίες. Για τα δικά του βάρη. Δεν ανοίχτηκε ποτέ όσο εγώ. Όμως άκουγε. Άκουγε πραγματικά. Σε μία από τις συναντήσεις μας, καθώς καθόμουν δίπλα του σε ένα παγκάκι με τα μάτια γεμάτα δάκρυα, έγειρα το κεφάλι μου στον ώμο του. Τότε γύρισε και φίλησε απαλά το μέτωπό μου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα καταλάβει πολλά. Νόμιζα πως απλώς μιλούσα και πως εκείνος με άκουγε. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο βαθιά κρατούσε μέσα του όλα όσα του έλεγα.
Μέχρι που μια μέρα, κρατώντας και τα δύο μου χέρια μέσα στα δικά του, μου είπε πως με θέλει στη ζωή του. Πως είμαι ένας υπέροχος άνθρωπος. Πως δεν μου αξίζουν όλα όσα έχω περάσει. Δεν υπήρχε καμία προσπάθεια να με εντυπωσιάσει. Μόνο ειλικρίνεια. Ύστερα μου είπε πως είμαι ένα σπάνιο πλάσμα. Πως θέλει να μου προσφέρει ασφάλεια, αγάπη και φροντίδα.
Και κάπου εκεί κατάλαβα κάτι που δεν είχα καταλάβει όλα τα προηγούμενα χρόνια. Δεν ψάχνουμε τον τέλειο άνθρωπο. Ψάχνουμε τον άνθρωπο δίπλα στον οποίο μπορούμε να σταματήσουμε να αμυνόμαστε. Εκείνον που μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς να είμαστε ο εαυτός μας. Γιατί τελικά η ευτυχία δεν βρίσκεται στα μεγάλα λόγια, ούτε στις υποσχέσεις. Βρίσκεται στην ηρεμία. Στην αίσθηση πως δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα για να αγαπηθείς. Στο να ακουμπάς το κεφάλι σου σε έναν ώμο και να ξέρεις πως είσαι ασφαλής. Γιατί τελικά η ευτυχία δεν είναι ο ενθουσιασμός. Είναι η ηρεμία.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
