Οι άνθρωποι δε χάνουν τον σεβασμό τους απέναντί σου ξαφνικά. Δεν ξυπνάνε ένα πρωί και λένε «σήμερα θα τη δω αλλιώς». Ο σεβασμός δε φεύγει με πάταγο, φεύγει σιωπηλά, σαν νερό που στάζει λίγο λίγο, μέχρι να μη μείνει τίποτα. Και όσο κι αν πονάει να το παραδεχτείς, τις περισσότερες φορές δε φεύγει μόνος του. Του ανοίγουμε την πόρτα.
Γιατί ο σεβασμός δεν έχει να κάνει με το πόσο καλός είσαι. Ούτε με το πόσο δίνεις. Έχει να κάνει με το πώς επιτρέπεις να σου φέρονται και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι αν αγαπάς, αν δείχνεις κατανόηση, αν συγχωρείς, αν «κάνεις υπομονή», αν γίνεσαι «χαλάκι της πόρτας» να σε ποδοπατάνε στο τέλος θα εκτιμηθείς. Μόνο που η πραγματικότητα είναι λίγο πιο άβολη: όταν συγχωρείς τα πάντα, μαθαίνεις στον άλλον ότι όλα επιτρέπονται.
Κάθε φορά που καταπίνεις κάτι που σε πλήγωσε «για να μη γίνει θέμα», δεν κρατάς τη σχέση. Ρίχνεις λίγο από την αξία σου, κάθε φορά που δικαιολογείς συμπεριφορές που μέσα σου σε ενοχλούν, δε δείχνεις κατανόηση. Εκπαιδεύεις τον άλλον να συνεχίσει. Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβεις, ο άλλος αρχίζει να σε θεωρεί δεδομένο. Γιατί να σε σεβαστεί, όταν βλέπει ότι εσύ δεν προστατεύεις τον εαυτό σου; Γιατί να προσέξει πώς σου μιλάει, όταν ξέρει ότι θα το καταπιείς; Γιατί να προσπαθήσει, όταν έχει μάθει ότι θα μείνεις έτσι κι αλλιώς;
Σκληρό; Ναι. Αληθινό; Ακόμα πιο πολύ. Ο σεβασμός δεν είναι συναίσθημα. Είναι όριο. Και τα όρια δε δηλώνονται με λόγια τύπου «δε μου αρέσει αυτό». Δηλώνονται με στάση, με συνέπεια, με πράξεις, με όχι. Γιατί μπορείς να πεις «μη μου μιλάς έτσι» δέκα φορές. Αν όμως την ενδέκατη μείνεις εκεί σαν να μην έγινε τίποτα, αυτό που τελικά επικοινωνείς είναι «συνέχισε». Οι άνθρωποι δεν ακούν τόσο αυτά που λες. Παρατηρούν αυτά που ανέχεσαι. Και όσο πιο πολύ αντέχεις, τόσο πιο πολύ θα δοκιμάζουν τα όριά σου. Όχι απαραίτητα γιατί είναι κακοί αλλά γιατί έτσι λειτουργεί η ανθρώπινη φύση. Πάει μέχρι εκεί που της επιτρέπεται.
Υπάρχει όμως και κάτι πιο βαθύ. Όταν εσύ δεν πιστεύεις πραγματικά στην αξία σου, το δείχνεις: στο πώς μιλάς, στο πώς ζητάς, στο πώς συμβιβάζεσαι. Και οι άλλοι το μυρίζονται αυτό ίσως όχι συνειδητά, αλλά το νιώθουν. Και όταν κάποιος νιώθει ότι εσύ δε βάζεις τον εαυτό σου ψηλά, δύσκολα θα σε βάλει εκείνος. Δε σημαίνει ότι φταις για τη συμπεριφορά των άλλων. Σημαίνει όμως ότι έχεις ευθύνη για το τι επιτρέπεις να συνεχίζεται.
Γιατί υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο «μου φέρθηκαν άσχημα» και στο «συνεχίζουν να μου φέρονται άσχημα». Το πρώτο μπορεί να συμβεί σε όλους. Το δεύτερο είναι μοτίβο. Και τα μοτίβα δε σπάνε με ελπίδα, σπάνε με αποφάσεις. Με το να σταματήσεις να εξηγείς τα αυτονόητα, με το να σταματήσεις να παρακαλάς για βασικά πράγματα, όπως ο σεβασμός. Με το να αποχωρείς από καταστάσεις που σε μικραίνουν, ακόμα κι αν πονάει.
Γιατί ναι, πονάει. Πονάει να βάζεις όρια όταν φοβάσαι ότι θα χάσεις τον άλλον, πονάει να λες «ως εδώ» όταν έχεις επενδύσει. Πονάει να φεύγεις από κάτι που ήθελες να δουλέψει. Αλλά ξέρεις τι πονάει περισσότερο; Να μένεις κάπου που σε μειώνει και να προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι «δεν είναι και τόσο σοβαρό». Δεν είναι θέμα εγωισμού είναι θέμα αυτοσεβασμού. Γιατί ο σεβασμός που δεν απαιτείς, δεν πρόκειται να σου δοθεί από μόνος του. Και ο άνθρωπος που σε θέλει πραγματικά στη ζωή του, δε θα σε σπρώχνει μέχρι να δει πού θα σπάσεις.
Θα προσέχει, θα υπολογίζει, θα σταματάει όταν δει ότι κάτι σε πληγώνει. Αν δεν το κάνει, δεν είναι επειδή «δεν κατάλαβε». Είναι επειδή δεν είχε λόγο να καταλάβει. Και εδώ είναι το σημείο που πρέπει να σταματήσεις να ρίχνεις όλη την ευθύνη στους άλλους και να κοιτάξεις εσένα.Όχι για να κατηγορηθείς αλλά για να αλλάξεις.
Γιατί τη στιγμή που θα αρχίσεις να σέβεσαι πραγματικά τον εαυτό σου, θα αλλάξουν και οι γύρω σου. Κάποιοι θα προσαρμοστούν. Κάποιοι θα φύγουν. Και αυτό δεν είναι απώλεια είναι ξεκαθάρισμα, τα χλωρά από τα ξερά.Γιατί στο τέλος της ημέρας, ο σεβασμός δεν είναι κάτι που ζητάς είναι κάτι που επιβάλλεις με την παρουσία σου. Κι αν πρέπει να παρακαλέσεις για να σε σεβαστούν, τότε δε μιλάμε για σεβασμό μιλάμε για συνήθεια.
Οι άνθρωποι δε χάνουν τον σεβασμό τους απέναντί σου. Απλά, κάποια στιγμή, σταματούν να κάνουν τον κόπο να τον προσποιούνται.
