Ήσουν δεν ήσουν 4-5 χρονών την πρώτη φορά που σε ρώτησαν: «Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;». Τότε οι απαντήσεις ήταν δημιουργικές και ευφάνταστες. Διαστημική πριγκίπισσα, cowboy, εκπαιδευτής δεινοσαύρων, ιππέας μονόκερων και άλλα τέτοια φανταστικά αλλά και συνάμα υπέροχα επαγγέλματα.

Μετά φτάνεις κάπου στη μέση του δημοτικού. Εκεί πλέον έχεις ξεχωρίσει τα αληθινά από τα ψεύτικα επαγγέλματα. Ξανά η ίδια ερώτηση: «Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;». Τότε οι απαντήσεις ήταν πιο πραγματικές αλλά ίσως λιγότερο ρεαλιστικές. Καρδιοχειρουργοί, ποδοσφαιριστές, αστροναύτες.

Ήρθε το γυμνάσιο και το λύκειο. Εκεί η ερώτηση έγινε πιο σοβαρή, όπως και τα θέλω σου. Στόχοι πολλοί, άγχος επίσης πολύ. Και ένα μέλλον αβέβαιο.

Στο τέλος τι έγινε; Τι έγινες;

Γιατί κάποτε είχαμε σχέδια για τη ζωή, αλλά μετά ήρθε η ίδια η ζωή. Όχι σαν μια μεγάλη καταστροφή. Αλλά σαν χιλιάδες μικρές παραχωρήσεις. Για τον καθένα μας με τη δική της εκδοχή. Λίγο τα οικονομικά, λίγο οι συνθήκες, λίγο να σκεφτόμαστε το μέλλον. Μείνανε τα όνειρα εκεί.

Κάποια στιγμή στη ζωή μας, χωρίς να το καταλάβουμε ακριβώς, σταματάμε να κοιτάμε μπροστά και αρχίζουμε να κοιτάμε πίσω. Όχι γιατί δεν έχουμε μέλλον. Αλλά γιατί αρχίζουμε να μετράμε την απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που είμαστε και σε εκείνον που κάποτε πιστεύαμε ότι θα γίνουμε.

Πονάει να το παραδεχτούμε, αλλά ναι, δε γίναμε αυτό που θέλαμε και αυτό μας τρώει. Τον πενθούμε συχνά αυτόν τον εαυτό, αυτό το παιδί. Νιώθουμε ότι το προδώσαμε.

Δε γίναμε αυτό που θέλαμε. Και αυτό πονάει. Όλοι είχαμε μια εικόνα για τον εαυτό μας. Μια ιστορία που γράφαμε μέσα στο μυαλό μας όταν ήμασταν νεότεροι. Πιστεύαμε ότι θα φτάναμε κάπου. Ότι θα βρίσκαμε τον δρόμο μας. Ότι κάποια μέρα θα ξυπνούσαμε και όλα θα είχαν αποκτήσει νόημα. Φανταζόμασταν μια ζωή πιο γεμάτη. Πιο καθαρή. Πιο δική μας.

Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή μας που σταματάμε να λέμε «όταν μεγαλώσουμε» και αρχίζουμε να σκεφτόμαστε: «Νομίζαμε ότι μέχρι τώρα θα είχαμε γίνει κάτι άλλο». Πιο επιτυχημένοι. Πιο ήρεμοι. Πιο ευτυχισμένοι. Πιο κοντά στα όνειρα που κάποτε μας κρατούσαν ξύπνιους τα βράδια. Και τότε ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια αλήθεια που δύσκολα λέγεται δυνατά:

Δε γίναμε αυτό που θέλαμε. Και αυτό πονάει. Πονάει όταν θυμόμαστε τα σχέδια που κάναμε. Πονάει όταν βλέπουμε παλιές φωτογραφίες και αναγνωρίζουμε στα μάτια μας μια βεβαιότητα που χάθηκε στην πορεία. Πονάει όταν κοιτάμε γύρω μας και αναρωτιόμαστε πότε ακριβώς πήραμε τον δρόμο που δεν είχαμε φανταστεί. Γιατί δεν πενθούμε μόνο όσα δεν πετύχαμε. Πενθούμε και εκείνους που πιστεύαμε ότι θα γίνουμε. Τις ζωές που δε ζήσαμε. Τις ευκαιρίες που αφήσαμε να φύγουν. Τις αποφάσεις που φοβηθήκαμε να πάρουμε. Τα όνειρα που κάποια στιγμή βάλαμε στην άκρη, λέγοντας «αργότερα».

Και όσο μεγαλώνουμε, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε ότι ο χρόνος δεν παίρνει μόνο χρόνια. Παίρνει και ψυχές και κουράγια και θέληση. Γιατί δεν είναι πάντα εύκολο και απλό να κυνηγήσεις χαμένα όνειρα. Όσο τα κυνηγάς, σε κυνηγάει πίσω κι αυτός και, πανάθεμά τον, είναι γρήγορος και αμείλικτος.

Όμως υπάρχει και μια άλλη αλήθεια. Ίσως να μη γίναμε αυτό που θέλαμε. Αλλά γίναμε άνθρωποι που άντεξαν. Άνθρωποι που συνέχισαν όταν όλα έμοιαζαν να καταρρέουν. Άνθρωποι που έπεσαν και ξανασηκώθηκαν χωρίς να τους δει κανείς. Άνθρωποι που κουβάλησαν βάρη που οι άλλοι δεν έμαθαν ποτέ. Κι αυτό έχει αξία. Μεγαλύτερη απ’ όση συνήθως του αναγνωρίζουμε. Γιατί η ζωή δεν μετριέται μόνο με τα όνειρα που πραγματοποιήσαμε. Μετριέται και με τις δυσκολίες που ξεπεράσαμε. Με τις πληγές που κλείσαμε. Με το γεγονός ότι, παρά τις διαψεύσεις, συνεχίζουμε να προχωράμε.

Δε γίναμε αυτό που θέλαμε. Αλλά δε γίναμε ούτε άνθρωποι που τα παράτησαν. Και ίσως κάποτε καταλάβουμε ότι η μεγαλύτερη νίκη δεν ήταν να γίνουμε αυτοί που ονειρευόμασταν. Ήταν να συνεχίσουμε να υπάρχουμε, να προσπαθούμε και να ελπίζουμε, ακόμη κι όταν η ζωή δεν ακολούθησε το σχέδιο που είχαμε γράψει γι’ αυτήν.

Συντάκτης: Βαλάντου Σαρρή