Παρακολούθησα την παράσταση φέτος, στο εμβληματικό Θέατρο του Λυκαβηττού, και πραγματικά απορώ πώς δεν την είχα δει νωρίτερα. Σημασία έχει, όμως, ότι την είδα και, συνδυαστικά με το δέος που προκαλεί ο λόφος του Λυκαβηττού, αυτό το έργο έμεινε πραγματικά χαραγμένο στην ψυχή μου. Είναι από τις παραστάσεις που σου μένουν, με την υπογραφή του Sergio Blanco.
Πριν ξεκινήσει το έργο, οι ηθοποιοί Δημήτρης Καπουράνης και Θάνος Λέκκας βρίσκονταν ήδη στη σκηνή και, κατά κάποιο τρόπο, μας περίμεναν εκεί, κάνοντας ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα την αλληλεπίδραση με το κοινό. Νιώσαμε ότι «ζεσταθήκαμε», κατά κάποιο τρόπο.
Ο εικοσάχρονος Μάρτιν είναι πατροκτόνος και βρίσκεται, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, στη φυλακή, εκτίοντας ποινή ισόβιας κάθειρξης. Στο προαύλιο της φυλακής εκτυλίσσεται και το έργο, με τον χώρο αυτό να μετατρέπεται σε θέατρο, όπου πραγματοποιούνται πρόβες.
Πώς σχετίζεται το θέατρο; Ένας θεατρικός συγγραφέας επισκέπτεται τον ήρωά μας στη φυλακή, με την άδεια του υπουργείου και της διοίκησης των φυλακών, καθώς επιθυμία του είναι να γράψει ένα θεατρικό έργο που να αφορά τον πατροκτόνο. Ωστόσο, θα απαγορευτεί στον Μάρτιν να παίξει στο θέατρο και να ερμηνεύσει τον εαυτό του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πάρει σάρκα και οστά αυτή η ιδέα. Έτσι, ο συγγραφέας αντλεί πληροφορίες από τη ζωή του Μάρτιν, προκειμένου να γράψει και να σκηνοθετήσει το έργο που τελικά θέλει να ανεβάσει, με ηθοποιό, στη θέση του Μάρτιν, τον Φεδερίκο.
Αυτή είναι η πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή του έργου. Το πρώτο εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο είναι η απόλυτη, φυσική προσαρμογή του Δημήτρη Καπουράνη από Μάρτιν σε ηθοποιό (Φεδερίκο) και το αντίστροφο. Αισθάνεσαι ότι βλέπεις δύο διαφορετικούς ανθρώπους μέσα σε έναν, ενώ ταυτόχρονα αισθάνεσαι ότι γίνεσαι ένα μαζί του.
Ο Θάνος Λέκκας, επίσης, ερμηνεύει με απόλυτη φυσικότητα και αποπνέει μια ιδιαίτερη ηρεμία. Αξιοσημείωτη είναι και η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον θεατρικό συγγραφέα και τον κρατούμενο. Αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη σύνδεση μεταξύ τους και παρατηρούμε έντονα το δέσιμό τους, αλλά και τη φυσική ανάγκη που γεννιέται να ανακαλύψει ο ένας τον άλλον μέσα από όλο αυτό, κάτι που είναι ιδιαίτερα γλυκό και σε κάνει να δένεσαι κι εσύ μαζί τους.
Σε αυτό το γήπεδο μπάσκετ, που ταυτόχρονα λειτουργεί και ως κελί, βλέπουμε, λοιπόν, να έρχονται στην επιφάνεια ζητήματα βίας, τιμωρίας, κακοποίησης και καταπίεσης, ενώ γίνονται παράλληλα αναφορές και στον Οιδίποδα, όπως και στον Φρόυντ, προκειμένου να κατανοηθούν, με έναν άλλο τρόπο και από μια διαφορετική οπτική, κάποια ζητήματα.
Η έννοια του πατροκτόνου μάς περνιέται με έναν τρόπο που ξεπερνά τον προφανή, ότι δηλαδή αυτός που φταίει είναι εκείνος που σκοτώνει και πρέπει να τιμωρηθεί. Μας περνιέται με έναν τρόπο που μας βάζει, έστω και ασυναίσθητα, στη διαδικασία να σκεφτούμε ότι, για να φτάσει στο σημείο να σκοτώσει τον πατέρα του αυτός ο άνθρωπος, υπάρχουν κάποιοι λόγοι, κάποια κίνητρα από πίσω, έστω στο δικό του μυαλό. Συνεπώς, προσπαθούμε να κατανοήσουμε και αυτή την πλευρά, μέσα από τη μεταφορά του έργου, κάτι που είναι πολύ σημαντικό.
Η ψυχολογική και η φιλοσοφική χροιά του έργου είναι ιδιαίτερα αισθητή και εμείς ταυτιζόμαστε αμέσως και με τους δύο ήρωές μας. Ένα επίσης ιδιαίτερο σημείο είναι εκείνο στο οποίο ο Δημήτρης Καπουράνης μάς παρουσιάζει, μέσα από έναν σύντομο μονόλογο, τη στιγμή που σκοτώνει τον πατέρα του και, φυσικά, μόνο να σε ανατριχιάσει μπορεί κάτι τέτοιο. Γενικότερα, αυτό που εισπράττεις είναι ότι και οι δύο ηθοποιοί σου μεταφέρουν αυτές τις διαδρομές και αυτά τα συναισθηματικά ζητήματα με έναν τρόπο ιδιαίτερα απαλό και συγκινητικό.
Τη σκηνοθεσία του έργου υπογράφει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, ενώ τη μετάφραση του κειμένου η Μαρία Χατζηεμμανουήλ. Να τονίσουμε ότι, από τις 27/7 και μετά, το έργο θα συνεχίσει την ιδιαίτερα πετυχημένη περιοδεία του σε πολλούς σταθμούς, με την όμορφη αυτή διαδρομή να ολοκληρώνεται στις 11/9, στο Θέατρο Βράχων.
Εάν δεν το έχεις παρακολουθήσει, πραγματικά αξίζει. Είναι από τις παραστάσεις που σε μεταμορφώνουν, τις ξεχωρίζεις και δένεσαι μαζί τους.
