Υπάρχουν άνθρωποι που, μέσα στην οδύνη τους, απαιτούν από ολόκληρο τον κόσμο να υποφέρει μαζί τους. Δεν το κάνουν πάντοτε συνειδητά. Δεν ξυπνούν το πρωί με την πρόθεση να συντρίψουν εκείνους που τους αγαπούν. Πολλές φορές δεν αντιλαμβάνονται καν τι προκαλούν.

Κι όμως, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Ο άνθρωπος που δεν είναι καλά, που αρνείται να κοιτάξει κατάματα την πληγή του, που δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη για τη θεραπεία του, μετατρέπει σιγά σιγά τους ανθρώπους γύρω του σε δεσμοφύλακες και αιχμαλώτους ταυτόχρονα. Τους ζητά να τον προσέχουν. Να τον καταλαβαίνουν. Να τον δικαιολογούν.

Να τον συγχωρούν. Να είναι πάντοτε διαθέσιμοι. Να αντέχουν τις εκρήξεις του, τις σιωπές του, τις κατηγορίες του, τα σκοτάδια του. Και, κυρίως, να μην κουράζονται ποτέ. Γιατί ο δικός του πόνος, μέσα στα μάτια του, έχει γίνει ο σημαντικότερος πόνος του κόσμου.

Ο πόνος, όμως, όσο αληθινός κι αν είναι, δεν αποτελεί άδεια κακοποίησης. Δεν αποτελεί δικαίωμα κατοχής πάνω στις ζωές των άλλων. Δεν αποτελεί άλλοθι για να απαιτείς από εκείνους που σε αγαπούν να εγκαταλείψουν τη δική τους χαρά, την ηρεμία τους, την αξιοπρέπειά τους και, τελικά, τον ίδιο τους τον εαυτό. Η αρρώστια εξηγεί συμπεριφορές. Δεν τις εξαγνίζει όλες.

Ο άνθρωπος που νοσεί συχνά πιστεύει πως χρειάζεται γύρω του ανθρώπους για να τον σώσουν. Στην πραγματικότητα, πολλές φορές χρειάζεται ανθρώπους για να μην αναγκαστεί να σώσει ο ίδιος τον εαυτό του. Όσο κάποιος άλλος σηκώνει το βάρος, εκείνος μπορεί να συνεχίζει να μην κοιτάζει την αλήθεια. Όσο κάποιος άλλος τον παρηγορεί ασταμάτητα, εκείνος δεν χρειάζεται να αλλάξει. Όσο κάποιος άλλος δέχεται τις κατηγορίες του, εκείνος μπορεί να συνεχίζει να πιστεύει πως για όλα φταίνε οι άλλοι.

Έτσι γεννιέται η πιο ύπουλη φυλακή. Δεν έχει κάγκελα. Έχει ενοχές. Δεν έχει κλειδαριές. Έχει φράσεις όπως: «Αν με αγαπούσες, θα έμενες».

«Εσύ με έφερες σε αυτή την κατάσταση.» «Κανείς δεν με καταλαβαίνει.» «Με εγκαταλείπετε όλοι.» «Εγώ είμαι ο κακομοίρης.» Και ο άνθρωπος που αγαπά αρχίζει να αμφιβάλλει για τον εαυτό του.

Μήπως δεν κάνει αρκετά; Μήπως πρέπει να αντέξει λίγο ακόμη; Μήπως, αν φύγει, είναι σκληρός; Μήπως είναι υπεύθυνος για την κατάρρευση του άλλου; Κάπως έτσι, η αγάπη παύει να είναι ελεύθερη προσφορά και γίνεται καταναγκασμός.

Ο ένας πονά. Ο άλλος αισθάνεται υποχρεωμένος να πονά μαζί του. Ο ένας βυθίζεται. Ο άλλος πιστεύει πως, αν δεν βυθιστεί και αυτός, τον προδίδει. Αλλά δύο άνθρωποι μέσα στον ίδιο βούρκο δεν αποτελούν σωτηρία. Αποτελούν δύο ανθρώπους που πνίγονται. Κανένας δεν μπορεί να θεραπεύσει κάποιον που δεν θέλει να θεραπευτεί. Μπορεί να του απλώσει το χέρι. Μπορεί να του δείξει τον δρόμο. Μπορεί να περπατήσει για λίγο δίπλα του. Μπορεί να του βρει γιατρό, θεραπευτή, στήριξη, γνώση, καταφύγιο. Δεν μπορεί, όμως, να περπατήσει αντί γι’ αυτόν. Δεν μπορεί να πάρει την απόφαση αντί γι’ αυτόν. Δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη που ο ίδιος αρνείται. Και, κυρίως, δεν μπορεί να θυσιάζει επ’ αόριστον τη ζωή του, ελπίζοντας ότι κάποια ημέρα η θυσία του θα γίνει θεραπεία για τον άλλον.

Η θυσία δε θεραπεύει πάντα. Μερικές φορές απλώς συντηρεί την ασθένεια. Όταν ο άνθρωπος που νοσεί γνωρίζει πως, ό,τι κι αν κάνει, οι άλλοι θα παραμένουν εκεί· όταν ξέρει πως θα συγχωρεθεί χωρίς να αλλάξει, πως θα παρηγορηθεί χωρίς να προσπαθήσει, πως θα στηριχθεί χωρίς να σταθεί ούτε μία φορά στα πόδια του, τότε η αγάπη των άλλων μπορεί, άθελά της, να μετατραπεί σε συνένοχο της παραίτησής του.

Αυτό είναι σκληρό να ειπωθεί. Αλλά είναι αλήθεια. Δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου επειδή πονάμε. Ο κόσμος δεν μας χρωστά διαρκή προσοχή επειδή τραυματιστήκαμε. Οι άνθρωποι δεν είναι υποχρεωμένοι να ακυρώνουν τις ζωές τους για να επιβεβαιώνουν ότι ο πόνος μας είναι σημαντικός.

Ο πόνος μας είναι σημαντικός. Αλλά δεν είναι ο μοναδικός. Και η ζωή των άλλων δεν είναι λιγότερο ιερή από τη δική μας. Ο άνθρωπος πρέπει κάποτε να εγκαταλείψει το «εγώ ο κακομοίρης». Όχι επειδή δεν υπέφερε. Όχι επειδή δεν αδικήθηκε. Όχι επειδή δεν υπάρχουν άνθρωποι που τον πλήγωσαν. Αλλά επειδή, όσο παραμένει γονατισμένος μπροστά στην ταυτότητα του θύματος, παραδίδει το κλειδί της ζωής του σε εκείνους που τον πλήγωσαν. Το «μου έκαναν» μπορεί να είναι αλήθεια. Το «γι’ αυτό θα παραμείνω για πάντα έτσι» είναι επιλογή.

Κάποια στιγμή δεν έχει σημασία μόνο ποιος δημιούργησε την πληγή. Έχει σημασία ποιος θα τη θεραπεύσει. Και αυτή η ευθύνη, όσο άδικη κι αν φαίνεται, ανήκει τελικά σε εκείνον που την κουβαλά. Δεν είμαστε παντοδύναμοι. Δεν είμαστε δυνατοί σε όλα. Δεν νικάμε πάντα. Δεν μπορούμε να διορθώσουμε κάθε απώλεια, κάθε προδοσία, κάθε αρρώστια, κάθε παιδικό τραύμα. Μπορούμε, όμως, να σταματήσουμε να απαιτούμε από τους άλλους να πληρώνουν καθημερινά για όσα μας συνέβησαν. Μπορούμε να πούμε: «Δεν είμαι καλά». «Χρειάζομαι βοήθεια». «Δεν μπορώ μόνος μου.» «Έχω ευθύνη να προσπαθήσω.» Αυτές δεν είναι φράσεις αδυναμίας. Είναι οι πρώτες λέξεις της ελευθερίας. Η αληθινή δύναμη δεν είναι να προσποιείσαι ότι είσαι άτρωτος. Είναι να παραδέχεσαι ότι νοσείς χωρίς να κάνεις την ασθένειά σου θρόνο και τους γύρω σου υπηρέτες. Είναι να ζητάς βοήθεια χωρίς να απαιτείς υποταγή. Είναι να δέχεσαι αγάπη χωρίς να την εκμεταλλεύεσαι. Είναι να επιτρέπεις στους άλλους να ζουν, ακόμη και όταν εσύ δυσκολεύεσαι να ζήσεις. Έχεις δικαίωμα να νοσήσεις. Έχεις δικαίωμα να λυγίσεις.

Έχεις δικαίωμα να χαθείς για λίγο. Έχεις δικαίωμα να ζητήσεις στήριξη, παρουσία, υπομονή και αγάπη. Δεν έχεις δικαίωμα να κάνεις την ασθένειά σου ισόβια ποινή για τους ανθρώπους που σε αγαπούν. Δεν έχεις δικαίωμα να τους κατηγορείς επειδή κουράστηκαν. Δεν έχεις δικαίωμα να ονομάζεις εγκατάλειψη κάθε όριο που τολμούν να βάλουν. Δεν έχεις δικαίωμα να απαιτείς να σβήσουν για να αισθανθείς εσύ λιγότερο μόνος μέσα στο σκοτάδι. Γιατί η αγάπη δεν σημαίνει να πεθαίνουμε μαζί. Σημαίνει να βοηθάμε ο ένας τον άλλον να επιστρέφει στη ζωή. Και κάποτε, η πιο αληθινή πράξη αγάπης δεν είναι να παραμείνεις μέσα στον βούρκο με τον άλλον. Είναι να σταθείς στην άκρη, να του απλώσεις το χέρι και να του πεις:

«Σε αγαπώ. Αλλά δε θα πνιγώ μαζί σου. Θα είμαι εδώ όταν αποφασίσεις να σηκωθείς. Όμως το πρώτο βήμα πρέπει να το κάνεις εσύ.»

Ο άνθρωπος που νοσεί κρατά συχνά αιχμάλωτους τους τριγύρω του. Ιδίως εκείνους που τον αγαπούν περισσότερο. Αλλά η θεραπεία αρχίζει τη στιγμή που σταματά να ζητά από τους άλλους να κατοικήσουν μέσα στην πληγή του. Τη στιγμή που καταλαβαίνει ότι δεν του χρωστά ο κόσμος μια ζωή. Εκείνος χρωστά στη ζωή να τη ζήσει. Να την κοιτάξει κατάματα. Να παραδεχτεί τον φόβο του. Να δεχτεί τη βοήθεια. Να αναλάβει την ευθύνη.

Να πέσει. Να ξανασηκωθεί. Να νοσήσει, αν αυτό του έφερε η ζωή. Να θεραπευτεί, αν βρει τη δύναμη. Να ευτυχήσει, όταν έρθει η ώρα. Αλλά όχι διαρκώς εις βάρος των άλλων. Γιατί κανένας άνθρωπος δεν σώζεται πραγματικά, όταν για να σταθεί όρθιος πρέπει να κρατά γονατισμένους όλους εκείνους που τον αγάπησαν.

 

Συντάκτης: Κπτ. Γιώργος Μπαρμπαρής