Είμαι μαμά ενός καταπληκτικού κοριτσιού έντεκα ετών, της Μαρίας μου. Τη βλέπω να μεγαλώνει, να μεγαλώνουμε μαζί και υπάρχουν στιγμές που μου θυμίζει, κοιτώντας τα όμορφα ματάκια της, πως πριν χρόνια ήμουν και εγώ ένα κορίτσι σαν αυτήν. Πλέον, όμως, αυτό το κορίτσι που ήμουν μεγάλωσε και, κάνοντας ένα επίπονο εσωτερικό ταξίδι, μου δίνει την ικανότητα και τις γνώσεις να παρατηρώ την εξέλιξη του δικού μου κοριτσιού από άλλη οπτική γωνία, πιο συνειδητή πλέον.

Υπάρχουν, ξέρετε, κάποια κρίσιμα αναπτυξιακά παράθυρα στη ζωή των κοριτσιών, όπου πολλά από αυτά αρχίζουν να εσωτερικεύουν κοινωνικά μηνύματα για την εμφάνιση, την αποδοχή και το πόσο χώρο «επιτρέπεται» να καταλαμβάνουν.

Ένα τέτοιο παράθυρο είναι και η ηλικία εκεί, κάπου γύρω στα οκτώ τους χρόνια, όπου ένα κορίτσι αρχίζει να κοιτάζει τον εαυτό του λίγο διαφορετικά, θα έλεγα. Όχι επειδή άλλαξε ξαφνικά κάτι στο πρόσωπό του, όχι επειδή ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε ότι δεν είναι αρκετά όμορφο, αρκετά έξυπνο ή αρκετά ενδιαφέρον, αλλά επειδή κάπου εκεί αρχίζει να καταλαβαίνει ότι ο κόσμος έχει γνώμη για το πώς πρέπει να είναι.

Εάν έχετε παρατηρήσει, μέχρι εκείνη την ηλικία τα περισσότερα κορίτσια τρέχουν, φωνάζουν, λερώνονται, γελάνε δυνατά και φορούν ό,τι θέλουν χωρίς να αναρωτιούνται αν αυτό τους πηγαίνει. Δεν σκέφτονται αν τα ποδαράκια τους είναι, για παράδειγμα, αρκετά λεπτά για το σορτσάκι που διάλεξαν, δεν αναλύουν το χαμόγελό τους, αν είναι ωραίο ή περίεργο, δεν αποφασίζουν αν επιτρέπεται να σηκώσουν το χέρι τους στην τάξη επειδή φοβούνται μήπως η απάντησή τους είναι λάθος. Αυτή όλη η μαγική και αξιοζήλευτη από τους ενήλικες ξενοιασιά, όμως, αρχίζει και αλλάζει, λες και κάποιος αποφάσισε να γυρίσει την κλεψύδρα ανάποδα, εκεί κάπου ανάμεσα στα οκτώ και τα δέκα έτη.

Τα κορίτσια τότε αρχίζουν να παρατηρούν ποια είναι η πιο όμορφη, ποια είναι η πιο δημοφιλής, ποια έχει τα «σωστά» και ωραία μαλλιά, ποια φοράει τα «σωστά» ρούχα, ποια μιλάει χωρίς να την κοροϊδεύουν ή ποια έχει το σώμα που όλοι φαίνεται να εκθειάζουν και να επιβραβεύουν.

Και κάπως έτσι, σταδιακά και αθόρυβα, η αυτοπεποίθηση αρχίζει πλέον να μην είναι πια κάτι αυτονόητο.

Η αναπτυξιακή ψυχολογία μάς δείχνει ότι τα χρόνια του δημοτικού είναι μια περίοδος κατά την οποία το παιδί αρχίζει να αποκτά μια πιο σύνθετη εικόνα για τον εαυτό του. Δεν βλέπει πλέον τον εαυτό του μόνο ως «είμαι καλό παιδί» ή «μου αρέσει να ζωγραφίζω», αλλά αρχίζει να συγκρίνει τον εαυτό του με τους άλλους και να καταλαβαίνει ότι η κοινωνική αποδοχή έχει βαρύνουσα σημασία. Όμως, δυστυχώς, όταν η σύγκριση μπαίνει από πολύ νωρίς στη ζωή ενός παιδιού, έχει τη δύναμη να γίνει ένας πολύ ύπουλος εσωτερικός μηχανισμός στην ψυχοσύνθεσή του. Γιατί τα κορίτσια δεν γεννιούνται με την πεποίθηση ότι ΠΡΕΠΕΙ να είναι όμορφα, αλλά τη μαθαίνουν στην πορεία, την ακούν, τη βλέπουν και την παρατηρούν στον τρόπο που μιλάμε εμείς οι ενήλικες για τις γυναίκες, στον τρόπο που σχολιάζουμε το σώμα τους, στις διαφημίσεις, στα social, στις συζητήσεις μας τις ίδιες.

Και κάπου εδώ βρίσκεται ένα –προσωπικά τουλάχιστον για εμένα– από τα πιο επικίνδυνα πράγματα που κάνουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε καν ότι το κάνουμε. Λέμε με περίσσιο ενθουσιασμό σε ένα κορίτσι: «Τι όμορφη που είσαι!». Και φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα κακό σε αυτό, θα πει κάποιος.

Ξέρετε όμως, φίλοι μου, ποιο είναι το πρόβλημα; Όταν, λέγοντάς το αυτό, ήταν το πρώτο, το βασικό ή το μοναδικό πράγμα που παρατηρήσαμε πάνω της. Γιατί το παιδί μαθαίνει γρήγορα ποια χαρακτηριστικά το κάνουν να παίρνει προσοχή. Αν, για παράδειγμα, κάθε φορά που φοράει ένα όμορφο φόρεμα ακούει είκοσι κομπλιμέντα, αλλά όταν μιλάει για κάτι που την ενδιαφέρει κανείς δεν δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ο εγκέφαλός της αυτόματα αρχίζει να καταγράφει.

Και τι καταγράφει; Η εμφάνιση φέρνει αποδοχή, αλλά η σκέψη ίσως όχι. Έτσι, η εξωτερική εικόνα γίνεται ένα είδος κοινωνικού κεφαλαίου και, όσο μεγαλώνει, αυτό το μήνυμα γίνεται ολοένα και πιο δυνατό.

Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι πολλά κορίτσια στην προεφηβεία αρχίζουν να αποφεύγουν δραστηριότητες στις οποίες έχουν την πεποίθηση ότι θα εκτεθούν, δεν σηκώνουν το χέρι στην τάξη, δεν συμμετέχουν σε αθλήματα, δεν θέλουν να φωτογραφίζονται ή δεν θέλουν να δοκιμάσουν κάτι καινούριο, επειδή και πάλι φοβούνται ότι μπορεί να αποτύχουν.

Και σε αυτό ακριβώς το σημείο υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα αγόρια και τα κορίτσια, που έχει απασχολήσει τον κλάδο της ψυχολογίας και την κοινωνική έρευνα. Τα κορίτσια μαθαίνουν νωρίτερα να είναι «καλά»! Να μην ενοχλούν! Να μην είναι πολύ δυνατά! Να μην είναι πολύ επιθετικά! Να μην κάνουν λάθος! Να είναι ευγενικά! Να είναι όμορφα! Να είναι αρεστά! Ενώ το αγόρι που μιλάει δυνατά μπορεί να χαρακτηριστεί «δυναμικό», το κορίτσι που κάνει ακριβώς το ίδιο, στο ίδιο volume, μπορεί να χαρακτηριστεί «υπερβολικό».

Κι έτσι, σιγά-σιγά, μαθαίνει να μικραίνει τον εαυτό της και όχι πάντα επειδή κάποιος της είπε ξεκάθαρα «μην είσαι τόσο μεγάλη», αλλά επειδή το έμαθε από τις αντιδράσεις του κόσμου όταν ήταν. Άλλωστε, η αυτοπεποίθηση δεν είναι απλώς η πεποίθηση «είμαι όμορφη», αλλά είναι η πεποίθηση του «μπορώ να προσπαθήσω», «μπορώ να μιλήσω», «μπορώ να αποτύχω», «μπορώ να αλλάξω γνώμη», «μπορώ να μη με συμπαθούν όλοι», «μπορώ να υπάρχω χωρίς να ζητώ συγγνώμη για τον χώρο που καταλαμβάνω»!

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο θεωρώ ότι πρέπει να μείνουμε περισσότερο. Γιατί πολλές φορές μεγαλώνουμε κορίτσια που ξέρουν πολύ καλά πώς να είναι ευγενικά, αλλά δεν ξέρουν πώς να είναι διεκδικητικά. Ξέρουν να ζητούν συγγνώμη, αλλά όχι να ζητούν αυτό που χρειάζονται. Ξέρουν να προσέχουν τα συναισθήματα όλων, αλλά όχι να αναγνωρίζουν τα δικά τους. Ξέρουν να είναι αρεστά, αλλά όχι απαραίτητα ελεύθερα.

Εννοείται πως όλα τα κορίτσια δεν είναι ίδια και δεν υπάρχει μια ηλικία στην οποία όλες χάνουν την αυτοπεποίθησή τους, απλώς το «οκτώ» είναι, όπως προαναφέραμε, ένα κρίσιμο αναπτυξιακό σημείο και όχι μια μαθηματική εξίσωση. Η οικογένεια, το σχολείο, οι φίλοι, η προσωπικότητα και το περιβάλλον κάθε παιδιού παίζουν τεράστιο ρόλο.

Όμως, για εμένα το μήνυμα παραμένει.

Κάποια στιγμή, ένα κορίτσι που κάποτε χόρευε χωρίς να σκέφτεται αν το βλέπουν, αρχίζει να κοιτάζει γύρω του.

Κάποια στιγμή, ένα παιδί που σήκωνε το χέρι του για να απαντήσει, αρχίζει να φοβάται μήπως κάνει λάθος.

Κάποια στιγμή, το «θέλω να γίνω…» αντικαταστάθηκε από το «δε νομίζω ότι μπορώ».

Και σε όλα αυτά ακριβώς χρειάζεται να είμαστε παρόντες. Όχι μόνο για να της πούμε ότι είναι όμορφη, αλλά για να της θυμίζουμε ξανά και ξανά ότι είναι πολύ περισσότερα από αυτό, να τη ρωτάμε τι σκέφτεται, να ακούμε την άποψή της, να μην την επιβραβεύουμε μόνο όταν είναι ήσυχη, βολική, ευγενική. Αλλά να της επιτρέπουμε να διαφωνεί, να αποτυγχάνει, να θυμώνει, να δοκιμάζει, να μην είναι τέλεια.

Γιατί ένα κορίτσι δεν χάνει την αυτοπεποίθησή του μέσα σε μια ημέρα, αλλά τη χάνει σε μικρές δόσεις. Κάθε φορά που μαθαίνει ότι το σώμα της είναι πιο σημαντικό από τη φωνή της, κάθε φορά που καταλαβαίνει ότι το να είναι αρεστή είναι σημαντικότερο από το να είναι ειλικρινής ή κάθε φορά που ο φόβος της αποτυχίας γίνεται μεγαλύτερος από την επιθυμία της να προσπαθήσει.

Όμως η αυτοπεποίθηση μπορεί να ξαναχτιστεί με χώρο, αποδοχή και με παραδείγματα. Με ενήλικες που δεν ζητούν από τα κορίτσια να γίνουν μικρότερα για να αισθανθούν οι ίδιοι πιο άνετα.

Πιστεύω πως το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να δώσουμε σε ένα κορίτσι δεν είναι να της πούμε ότι είναι όμορφη. Είναι να μεγαλώσει γνωρίζοντας ότι, ακόμα κι αν μια μέρα δεν αισθάνεται όμορφη, παραμένει πολύτιμη. Ότι, ακόμα κι αν αποτύχει, παραμένει ικανή. Ότι, ακόμα κι αν κάποιος δεν την επιλέξει, δεν σημαίνει ότι δεν αξίζει. Και ότι η ζωή της δεν είναι ένας διαρκής διαγωνισμός για το πόσο ευχάριστη, όμορφη ή αποδεκτή μπορεί να γίνει.

Η ζωή είναι όλη δική της! Και θα ήταν καλό να το μάθει πριν ο κόσμος αρχίσει να της εξηγεί ποια πρέπει να γίνει.

ΥΓ. Αφιερωμένο στο δικό μου μοναδικό πλάσμα, στην κόρη μου.

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου