Υπάρχουν βράδια που ξεκινούν με τις καλύτερες προθέσεις. Χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς κρυφά νοήματα και κυρίως χωρίς κανένα απολύτως σχέδιο. Ένα «έλα να περάσουμε λίγο», μια αυθόρμητη ιδέα, μια παρέα που αποφασίζει να συνεχίσει τη βραδιά κάπου αλλού. Στην αρχή ολα μοιάζουν εντελώς αθώα.

Μέχρι να αρχίσουν εκείνα τα μικρά πράγματα που δεν μπορείς ακριβώς να εξηγήσεις. Ένα βλέμμα που διαρκεί λίγο παραπάνω, ένα άγγιγμα που δεν ήταν τόσο τυχαίο, μια απόσταση που ξαφνικά μοιάζει να είναι υπερβολικά μεγάλη.

Και κάπως έτσι, χωρίς να το έχει προγραμματίσει κανείς, το βράδυ αποκτά άλλο ενδιαφέρον.

 

1. Η αποστολή για το πιο περίεργο βραδινό σνακ

Η ιδέα είναι απλή, βγαίνετε αργά το βράδυ για να βρείτε κάτι να φάτε, όχι εστιατόριο ή κάτι οργανωμένο. Αλλά μια μικρή νυχτερινή αποστολή για να ανακαλύψετε ποιο περίπτερο, φούρνος ή καντίνα είναι ακόμα ανοιχτό.

Στην αρχή γελάτε με το πόσο παράλογη είναι η αποστολή, μετά περπατάτε στους άδειους δρόμους, μοιράζεστε κάτι να φάτε και συζητάτε για πράγματα που δεν συζητούσαμε εύκολα μέσα στη μέρα.

Και εκεί έρχεται η στιγμή που κάθεστε κάπου «για πέντε λεπτά».

Τα οποία πέντε λεπτά γίνονται μισή ώρα, η κουβέντα σταματάει, κοιτάζεστε και κάνεις δεν σηκώνεται.

Εκεί συνειδητοποιείς ότι μάλλον δεν ψάχνατε επίμονα για φαγητό.

 

2. Το παιχνίδι των ερωτήσεων που ξέφυγε

Το παιχνίδι αυτό ξεκινάει σαν αστείο, ο ένας κάνει στον άλλον ερωτήσεις τύπου «ποιο είναι το πιο περίεργο ραντεβού που έχεις πάει;», «ποιο είναι το μεγαλύτερο red flag σου;» ή «ποιο πράγμα δεν θα παραδεχόσουν ποτέ σε κάποιον που σου αρέσει;».

Στην αρχή γελάτε, μετά οι ερωτήσεις αλλάζουν και από γενικές γίνονται λίγο πιο προσωπικές.

Δηλαδή , «Έχεις ερωτευτεί ποτέ κάποιον που δεν έπρεπε;»«Υπάρχει κάποιος που θα φιλούσες αν ήξερες ότι δεν θα το μάθει κανείς;» και ξαφνικά υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη σιωπή.

Γιατί το παιχνίδι ήταν υποτίθεται υποθετικό μέχρι που κάποια απάντηση μοιάζει υπερβολικά συγκεκριμένη.

 

3. Η φωτογράφιση της πλάκας που έγινε λίγο πιο… προσωπική

«Πάμε να βγάλουμε μερικές ωραίες φωτογραφίες;» . Αθώο , απόλυτα αθώο, για αρχή ξεκινάτε με τις κλασικές φωτογραφίες, γελάτε με τις αποτυχημένες πόζες, αλλάζετε θέσεις πειράζοντας ο ένας τον άλλον για το ποιος βγαίνει καλύτερα.

Κάπου εκεί μετά τα πειράγματα η πορεία αλλάζει και σταματάτε να ποζάρει για την κάμερα.

Ίσως γιατί υπάρχει μια φωτογραφία που δεν χρειάζεται να τραβηχτεί . Εκείνη την στιγμή που ο ένας κοιτάζει τον άλλον και ξεχνάει ότι υπάρχει κινητό στο χέρι.

Τελικά ίσως η καλύτερη φωτογραφία της βραδιάς να μην υπάρχει πουθενά, πάρα μόνο στην μνήμη σας.

 

4. Η αλλαγή ρούχων που δεν ήταν μέρος του σχεδίου

Είναι αυτές οι βραδιές που ξεκινάνε κάπου έξω και καταλήγετε σπίτι για έναν εντελώς πρακτικό λόγο. Ίσως κάποιος λερώθηκε , ίσως βραχηκε , ίσως απλώς χρειάζεται κάτι πιο άνετο.

«Πάρε κάτι δικό μου να φορέσεις.» και αυτή η φράση είναι αθώα. Μέχρι να βγει ο άλλος από το δωμάτιο φορώντας κάτι δικό σου και να υπάρξει εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου που κανείς δεν ξέρει τι να πει.

Ξαφνικά το μπλουζάκι αυτό αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία από όση του αναλογούσε. Και κάπως έτσι, μια εντελώς πρακτική κατάσταση μπορεί να γίνει επικίνδυνα ενδιαφέρουσα.

 

5. Η συμφωνία ότι «απόψε δε θα κάνουμε τίποτα»

Ίσως να είναι η πιο ύποπτη συμφωνία από όλες.

Έχετε κουραστεί γιατί είναι και η καθημερινότητα γεμάτη. Δεν θέλετε έξοδο, ούτε θέλετε κόσμο και κυρίως δε θέλετε τίποτα περίπλοκο. Μόνο να βρεθείτε κάπου ήσυχα και να περάσετε ένα χαλαρό βράδυ.

Το οποίο δηλώνετε ξεκάθαρα μεταξύ σας «Απόψε δεν κάνουμε τίποτα.».

Μόνο που η λέξη κρύβει μέσα της αγκαλιές, πειράγματα, κουβέντες μέχρι αργά και εκεινες τις μικρές σιωπές που ξαφνικά λένε περισσότερα από ολόκληρη συζήτηση.

Κάποια στιγμή βρίσκεστε πολύ κοντά, κανείς δεν κάνει πίσω, τότε καταλαβαίνεις ότι το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ πως δεν είχατε σχέδιο. Ήταν ότι είχατε πει πως δε θα κάνετε τίποτα, ενώ και οι δύο ξέρετε πως υπήρχε ένα << κάτι >>που καθόταν στην γωνία και περίμενε την κατάλληλη στιγμή.

Τελικά, τα πιο ενδιαφέροντα βραδιά δεν είναι απαραίτητα εκείνα που ξεκινούν με ξεκάθαρες προθέσεις. Είναι εκείνα που αφήνουν χώρο για το απρόβλεπτο. Το ένα αστείο που διαρκεί λίγο παραπάνω, μια κουβέντα που από γενική γίνεται πιο προσωπική, ένα βλέμμα που δεν κόβεται εγκαίρως.

Και κάπου ανάμεσα στο «δε συμβαίνει τίποτα» και στο «μήπως συμβαίνει κάτι;», βρίσκεται συνήθως όλη η ιστορία.

Συντάκτης: Ράνια Λιάσκου