Στη Θεσσαλονίκη, το πρόσωπο του Γιώργου Μαζωνάκη βρίσκεται πια στον εξωτερικό τοίχο του γηπέδου του Φοίνικα, στην Καλαμαριά. Στην Αλεξανδρούπολη, ένα άλλο πορτρέτο του υπάρχει μέσα σε ένα κατάστημα εστίασης. Δύο πόλεις, δύο ζωγράφοι, δύο διαφορετικοί τοίχοι. Κι ένα πρόσωπο που μπορεί να συναντήσεις πηγαίνοντας κάπου αλλού, χωρίς να έχεις προγραμματίσει να θυμηθείς κανέναν. Δεν χρειάζεται να ανοίξεις μια οθόνη για να τον δεις. Μπορεί να στρίψεις στον δρόμο για μια συνηθισμένη δουλειά, να σηκώσεις τα μάτια και να βρεθείς ξαφνικά απέναντί του.




Το έργο στον Φοίνικα δημιούργησε ο street artist Ηλίας Στύλος, γνωστός ως Hayate. Έφτιαξε το μεγάλο πορτρέτο στον εξωτερικό τοίχο του γηπέδου και μοιράστηκε τη διαδικασία της δημιουργίας του. Στην Αλεξανδρούπολη, ο εικαστικός Μιχάλης Παλαπουίδης, που είχε γνωρίσει τον Μαζωνάκη, επέλεξε έναν εντελώς άλλο χώρο για να ζωγραφίσει τη μορφή του. Οι δύο εικόνες δεν ζητούν να τις δεις με τον ίδιο τρόπο. Είναι δύο άνθρωποι που πήραν αυτό που τους έμεινε από εκείνον και το μετέφεραν σε μια επιφάνεια που θα βλέπουν κι άλλοι.
Ένας τοίχος της πόλης συνήθως υπάρχει για να τον προσπερνάς. Μπορεί να θυμάσαι ότι περνάς από ένα γήπεδο κάθε μέρα και να μην έχεις κοιτάξει ποτέ πραγματικά την πρόσοψή του. Τώρα, όμως, η πρόσοψη έχει αποκτήσει ένα πρόσωπο που αναγνωρίζεις αμέσως. Δεν ακούγεται τραγούδι. Δεν υπάρχει παρουσιαστής να σου πει τι να νιώσεις. Μπορεί να σταματήσεις, να βγάλεις φωτογραφία ή να συνεχίσεις τον δρόμο σου. Το πορτρέτο όμως έχει μπει στη διαδρομή σου, κι αυτή είναι μια πολύ διαφορετική συνάντηση από το να πατήσεις αναπαραγωγή σε ένα βίντεο.
Στο mural της Καλαμαριάς, άνθρωποι άφησαν σημειώματα, λουλούδια και κεράκια. Εκεί η εικόνα παύει να είναι μόνο έργο του καλλιτέχνη που τη ζωγράφισε. Κάποιος γράφει δυο λόγια γιατί δεν ξέρει πού αλλού να τα αφήσει. Κάποιος φέρνει ένα λουλούδι, παρότι ξέρει ότι δεν θα κρατήσει. Κάποιος στέκεται για λίγο και φεύγει χωρίς να αφήσει τίποτα. Αυτές οι μικρές κινήσεις δεν μπορούν να εξηγήσουν τι σήμαινε ο Μαζωνάκης για τον καθένα. Δείχνουν, όμως, ότι ένα δημόσιο πορτρέτο μπορεί να γίνει τόπος όπου άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μοιράζονται για λίγο την ίδια σκέψη.
Υπάρχει και κάτι λιγότερο τακτοποιημένο σ’ αυτό. Θα θέλαμε η μνήμη να μένει καθαρή, προστατευμένη, ανέγγιχτη. Ο τοίχος ζει αλλιώς. Έχει ήλιο, βροχή, καυσαέριο, περαστικούς που κοιτάζουν και άλλους που δεν γυρίζουν καν το κεφάλι. Το έργο μπορεί να φθαρεί ή να αλλάξει με τον καιρό. Κι όμως, ίσως γι’ αυτό να μοιάζει τόσο ανθρώπινο: δεν τοποθετήθηκε κάπου όπου ο κόσμος μπαίνει μόνο με την κατάλληλη διάθεση. Μπήκε μέσα στην πόλη που συνεχίζει κανονικά τη μέρα της.
Στην Αλεξανδρούπολη, το πορτρέτο μπήκε μέσα σε κατάστημα εστίασης. Εκεί όπου οι άνθρωποι πηγαίνουν για να φάνε, να μιλήσουν και να συνεχίσουν τη μέρα τους, ο εικαστικός Μιχάλης Παλαπουίδης ζωγράφισε έναν άνθρωπο που είχε γνωρίσει. Ο ίδιος μίλησε για την τοιχογραφία ως έναν τρόπο να εκφράσει τον σεβασμό και την εκτίμηση του στον Μαζωνάκη. Αυτό ξεκίνησε ως δική του χειρονομία. Από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε, όμως, το βλέπουν και άνθρωποι που δεν γνώρισαν τον τραγουδιστή προσωπικά, αλλά έχουν τις δικές τους αναμνήσεις από τη φωνή του.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Καμία από τις δύο τοιχογραφίες δεν μπορεί να χωρέσει ολόκληρο τον Μαζωνάκη. Ούτε τον άνθρωπο που γνώριζαν οι δικοί του ούτε εκείνον που ο καθένας μας είχε φτιάξει μέσα από τα τραγούδια και τις εμφανίσεις του. Η μία εικόνα κοιτάζει έναν δρόμο στη Θεσσαλονίκη. Η άλλη μοιράζεται την καθημερινότητα ενός μαγαζιού στην Αλεξανδρούπολη. Δεν θα θυμούνται όλοι το ίδιο πράγμα όταν σταθούν μπροστά τους — κι αυτό είναι ίσως το πιο τίμιο στοιχείο τους. Οι ζωγράφοι άφησαν τη δική τους ματιά στον τοίχο. Ο περαστικός θα φέρει τη δική του.
Το τραγούδι μπορείς να το ξαναβάλεις από την αρχή. Από την τοιχογραφία μπορείς να περάσεις χωρίς να την περιμένεις. Θα είναι εκεί και αύριο, μέσα σε μια συνηθισμένη διαδρομή, ανάμεσα στις δουλειές σου και στις σκέψεις που σε απασχολούν εκείνη την ώρα. Ίσως σταθείς. Ίσως της ρίξεις μόνο μια ματιά και συνεχίσεις. Ο τοίχος δεν χρειάζεται να σου πει ότι ο άνθρωπος δεν έφυγε. Αρκεί να σου θυμίσει πως κάποιος θέλησε τόσο πολύ να τον θυμάται, ώστε έπιασε μια άδεια επιφάνεια και άρχισε να τον ζωγραφίζει.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
