Τώρα τελευταία, για να βρει κάποιος δουλειά πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι δεν τη χρειάζεται και τόσο πολύ. Να είναι νέος, αλλά έμπειρος. Φιλόδοξος, αλλά όχι απαιτητικός. Να γνωρίζει την αξία του, αλλά να μη ρωτήσει πολύ νωρίς πόσο κοστολογείται. Να έχει αυτοπεποίθηση, χωρίς ίχνος έπαρσης. Και, πάνω απ’ όλα, να είναι ο εαυτός του — αρκεί φυσικά να είναι ο σωστός εαυτός για τη θέση.
Κάπου εδώ, η «Μέθοδος Γκρόνχολμ» αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με θεατρική υπερβολή και περισσότερο με καθρέφτη. Στο ομώνυμο έργο του Τζόρντι Γκαλθεράν, τέσσερις υποψήφιοι διεκδικούν μία υψηλόβαθμη θέση. Κλεισμένοι στην ίδια αίθουσα και χωρίς τον κλασικό συνεντευκτή απέναντί τους, περνούν από ανορθόδοξες δοκιμασίες που δεν εξετάζουν μόνο τις επαγγελματικές τους ικανότητες, αλλά τις αντιδράσεις, τις αντοχές και τα όριά τους.
Ακραίο; Σίγουρα. Τόσο ξένο, όμως, από όσα συναντά κάποιος σήμερα ψάχνοντας για δουλειά;
Η σύγχρονη εκδοχή έχει καλύτερο φωτισμό. Ένα γραφείο, δύο καρέκλες, ένα χαμόγελο και το βιογραφικό στη μέση. Ο ένας ψάχνει εργαζόμενο. Ο άλλος ψάχνει δουλειά. Θεωρητικά συζητούν ως ίσοι. Πρακτικά, ο ένας γνωρίζει ότι μπορεί να φύγει από εκεί με ένα «θα επικοινωνήσουμε μαζί σας» και να περάσει τις επόμενες ημέρες αναπτύσσοντας προσωπική σχέση με το inbox του.
Πριν καθίσει, όμως, έχει ήδη αρχίσει η δοκιμασία.
Έφτασε δέκα λεπτά νωρίτερα, αλλά όχι υπερβολικά νωρίς — συνέπεια, όχι απελπισία. Ντύθηκε προσεγμένα, αλλά όχι υπερβολικά — επαγγελματισμός, όχι επιτήδευση. Πρέπει να δείξει ότι θέλει τη θέση, αλλά όχι ότι τη χρειάζεται. Να είναι άνετος ενώ αξιολογείται. Αυθόρμητος ενώ έχει προβάρει τις απαντήσεις του.
Και τότε έρχεται η κλασική ερώτηση.
«Ποιο είναι το μεγαλύτερο ελάττωμά σας;»
Εδώ χρειάζεται ειλικρίνεια. Αλλά με μέτρο. Το ελάττωμα πρέπει να είναι αρκετά αληθινό ώστε να πείθει και αρκετά ακίνδυνο ώστε να μην κοστίσει τη θέση. Αν μπορεί μάλιστα να μεταμφιεστεί σε προτέρημα, ακόμη καλύτερα. Ο τελειομανής εξακολουθεί να κάνει καριέρα.
Και μετά: «Πού βλέπετε τον εαυτό σας σε πέντε χρόνια;» Μπροστά τους μπορεί να κάθεται κάποιος που δεν ξέρει πού θα βρίσκεται σε πέντε μήνες και καλείται να παρουσιάσει πενταετές πλάνο με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που έχει ήδη κλείσει ραντεβού με το μέλλον. Κι όσο περισσότερο η διαδικασία προσπαθεί να ανακαλύψει τον «πραγματικό» υποψήφιο, τόσο καλύτερα εκείνος μαθαίνει να τον μοντάρει. Αναζητά πιθανές ερωτήσεις, προβάρει τις σωστές απαντήσεις, επιλέγει προσεκτικά ακόμη και τις αδυναμίες του. Δε λέει απαραίτητα ψέματα. Απλώς παρουσιάζει το director’s cut του εαυτού του.
Το παράδοξο, βέβαια, έχει ξεκινήσει ακόμη νωρίτερα. Από την αγγελία. Ζητείται νέος με εμπειρία. Αυτόνομος και ταυτόχρονα ομαδικός. Φιλόδοξος, ευέλικτος, επικοινωνιακός, ανθεκτικός στην πίεση, multitasker και πάντα πρόθυμος για «νέες προκλήσεις». Λίγο ακόμη και δε θα ζητείται εργαζόμενος. Θα ζητείται υπερήρωας. Με προϋπηρεσία, φυσικά.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται ο τέλειος επαγγελματικός φαύλος κύκλος: για να αποκτήσει κάποιος εμπειρία χρειάζεται δουλειά και για να αποκτήσει δουλειά χρειάζεται εμπειρία. Ανάμεσα στα δύο, αιτήσεις, συνεντεύξεις, δεύτερες συνεντεύξεις, τεστ, δοκιμαστικές εργασίες και ανταγωνισμός για μια θέση που κάποιες φορές υπόσχεται περισσότερη «πολύτιμη εμπειρία» απ’ όση αμοιβή. Έτσι η δουλειά κινδυνεύει να πάψει να παρουσιάζεται ως συμφωνία και να μετατραπεί σε έπαθλο. Κι όταν πολλοί διεκδικούν το ίδιο έπαθλο, ο υποψήφιος εύκολα ξεχνά ότι δε βρίσκεται εκεί μόνο για να επιλεγεί. Βρίσκεται και για να επιλέξει.
Γιατί μια εταιρεία που ζητά χρόνο, γνώσεις, ενέργεια, διαθεσιμότητα και δεξιότητες δίνει κι εκείνη συνέντευξη, ακόμη κι αν δεν το γράφει στην πρόσκληση. Ο τρόπος που μιλά, το αν ξεκαθαρίζει τις αρμοδιότητες, το πώς αντιμετωπίζει τον χρόνο του άλλου και το πόσο άνετα —ή άβολα— μιλά για την αμοιβή λένε ίσως περισσότερα από οποιοδήποτε «είμαστε μια μεγάλη οικογένεια».
Κι ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στη «Μέθοδο Γκρόνχολμ». Όχι οι ακραίες δοκιμασίες της, αλλά το ερώτημα που αφήνει πίσω της: πότε σταμάτησε να αρκεί το να μπορεί κάποιος να κάνει καλά τη δουλειά του;
Κάπου στην πορεία, η αγορά εργασίας άρχισε να ζητά κάτι περισσότερο από γνώσεις και εμπειρία. Ζήτησε ανθρώπους μονίμως ευέλικτους, ανθεκτικούς, επικοινωνιακούς, δημιουργικούς, φιλόδοξους, συνεργάσιμους και διαθέσιμους να εξελίσσονται. Σαν να μην προσλαμβάνεται πλέον μόνο ένας εργαζόμενος, αλλά ολόκληρη η προσωπικότητά του.
Κι εκεί ίσως βρίσκεται το όριο που αξίζει να θυμάται κάποιος στην επόμενη συνέντευξη. Η επαγγελματική καταλληλότητα δεν είναι μέτρο ανθρώπινης αξίας. Μια δουλειά είναι μια συμφωνία ανάμεσα σε δύο πλευρές, όχι πιστοποιητικό για το πόσο «αρκετός» είναι κάποιος. Οπότε, όταν στο τέλος ακουστεί το γνώριμο «έχετε κάποια ερώτηση για εμάς;», καλό είναι να υπάρχει.
Γιατί, σε μια εποχή που ζητά διαρκώς από τον εργαζόμενο να αποδεικνύει πόσο αξίζει, ίσως χρειάζεται να θυμάται κάτι πολύ απλό:
Πήγε εκεί για να βρει μια δουλειά. Όχι για να περάσει εξετάσεις ως άνθρωπος.
