Αρκετά χρόνια πριν, ξημερώματα Σαββάτου, ενώ η Ζωή κοιμόταν, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Ήταν η μαμά της. Θυμάται τη χροιά της φωνής της, αλλά δεν μπορεί να την περιγράψει ή να τη βάλει σε λόγια. Από το θυροτηλέφωνο, σχεδόν σε σύγχυση, την καλούσε να κατέβει.

Ο αδελφός της είχε ένα πολύ σοβαρό ατύχημα κι έπρεπε να πάνε στο νοσοκομείο. Ντύθηκε; Μάλλον. Κατέβηκε. Δεν θυμάται. Η ώρα μέχρι να φτάσουν της φάνηκε αιώνας. Και οι τρεις —ζούσε ακόμη ο μπαμπάς της—, ενώ φοβούνταν για το χειρότερο, δεν μιλούσαν, δεν παρηγορούσαν με λόγια ή ένα χάδι ο ένας τον άλλον. Δεν αγγίζονταν. Η σιωπή δεν ήταν αμήχανη. Ήταν πηχτή, βαθιά και τρομακτική.

Μέσα στο αυτοκίνητο, η Ζωή έκανε μικρές, μηχανικές κινήσεις καθημερινότητας. Αυτές τις θυμόταν. Ειδοποίησε ότι δεν θα πήγαινε στη δουλειά, ακύρωσε ένα μάθημα. Έφτασαν. Μίλησε με φίλους του αδελφού της στον διάδρομο. Της είπαν πού βρισκόταν και πως ίσως δεν θα τον αναγνώριζε. Πράγματι. Ήταν τραγικά παραμορφωμένος. Οι γιατροί τούς εξήγησαν πως δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί, αλλά σε άλλο τμήμα, αφού είχε σοβαρό αιμάτωμα στο κεφάλι. Δεν υπήρχε, όμως, κρεβάτι. Στα επείγοντα είχε ήδη υποβληθεί στο πρώτο χειρουργείο. Τον ακούμπησε απαλά και του μίλησε. Στο άκουσμα της φωνής της, εκείνος έκλαψε με λυγμό. Ξέσπασε τον φόβο του; Ανακουφίστηκε; Έτσι το ένιωσε η Ζωή. Εκείνη δεν έκλαψε. Δεν αισθάνθηκε φόβο. Σαν να γέμισε με μία δύναμη υπερήρωα, που δεν έχασε καμία ημέρα όσο πάλευαν στο Γκόθαμ Σίτι του Γενικού Κρατικού. Ήταν μονόδρομος για να μην τον χάσει, κυρίως μέσα της. Ο τρόπος της να παλέψει, χωρίς στολή αλλά με υπερφυσικές δυνάμεις, την πραγματικότητα.

Η συνέχεια της ιστορίας είναι μεγάλη, δύσκολη, με αίσιο τέλος.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της νοσηλείας, η Ζωή πήγαινε το πρωί στη δουλειά και μετά στο νοσοκομείο, όπου και κοιμόταν, για να επιστρέψει στο μουσείο το επόμενο πρωί. Και πάλι από την αρχή. Κουβαλούσε παρηγορητική σούπα και κουράγιο. Έπαιρνε το 040 από τη Φιλελλήνων και κατέβαινε στη Νίκαια. Άκουγε πάντα το ίδιο κομμάτι σε λούπα. Πολλές φορές —της συμβαίνει ακόμη— αναρωτιόταν τι να σκεφτόταν ο αδελφός της μέχρι να χάσει τις αισθήσεις του. Αν κρύωνε, αν φοβόταν, αν τους σκεφτόταν… Νοερά, του έσφιγγε το χέρι. Αυτό που δεν μπορούσε να του σφίξει κυριολεκτικά την ώρα του ατυχήματος.

Ο φόβος κι ο πόνος ήρθαν μετά την ίαση. Από τότε δεν έχει ξαναμπεί ποτέ στο 040. Ποτέ, κι ας θυμάται καθαρά όλη τη διαδρομή. Η μαμά της δεν μπορούσε για καιρό να ακούει ήχο ασθενοφόρου. Της προκαλούσε ταχυκαρδία και κρίσεις πανικού. Ακόμη και σήμερα φέρνει στο μυαλό της την εικόνα του αδελφού της, όχι στο νοσοκομείο, όπου τον είδε, αλλά εκείνη του φαντασιακού της, στο σημείο του ατυχήματος. Τον βλέπει να μπαίνει ή να τον βάζουν από την ανοιχτή πόρτα· ο φανός αναβοσβήνει. Η σκηνή δεν έχει ήχο. Είναι ασπρόμαυρη, με το κίτρινο του ασθενοφόρου να καλύπτει τον χωροχρόνο.

Ένα τραύμα μπορεί να προκληθεί από πολλά γεγονότα. Συνήθως, στην ψυχοθεραπεία, αναλύουμε τα πιο δικά μας. Της παιδικής ηλικίας. Λιγότερο, ίσως, τα διαγενεακά ή τα συλλογικά, όπως είναι ένας πόλεμος, μία κρίση ή μία πανδημία. Παράλληλα, συμβαίνουν στη ζωή μας ανοίκεια γεγονότα, είτε αναμενόμενα, όπως μία απώλεια ή ένας χωρισμός, είτε αναπάντεχα. Μας στιγματίζουν πιο αθόρυβα και πιο ύπουλα, αφήνοντάς μας πληγές δύσκολες να κλείσουν. Σφίγγουν το στήθος, χωρίς να καταλαβαίνουμε γιατί, και μας συνθλίβουν. Ξυπνούν μνήμες, δημιουργούν πολλαπλά συναισθήματα και μας φέρνουν αντιμέτωπους με το τεράστιο εγώ μας.

Πόσο ποπular είναι ένα τραύμα; Ο Άντι Γουόρχολ, ο εμβληματικός ζωγράφος, εκπρόσωπος της ποπ αρτ, με έργα εικαστικά, εγκαταστάσεις και τηλεοπτικά σόου, δημιούργησε μία περσόνα που, με το αποτύπωμά της, αρχικά σχολίασε την καταναλωτική κοινωνία και χλεύασε τη λάμψη και τη ματαιοδοξία. Η τηλεόραση είναι μαγική. Από μηδενικό σε κάνει νούμερο.

Πολλά ίδια αντικείμενα, πολλά χρώματα. Γενικά, πολύ. Έντονο. Υπερβολικό. Κάλυπτε έτσι την ασχήμια, ωραιοποιούσε την αλήθεια, λείαινε τις γωνίες. Το μήνυμά του, όμως, παρέμενε παρόν. Το τραύμα της κοινωνίας δεν περνούσε στη λήθη. Κρυμμένο κάτω από τα έντονα χρώματα, κραύγαζε άρνηση, αποφυγή, ενοχές και μοναξιά.

Έτσι και τα δικά μας, τα «άλλα» τραύματα. Προσπαθούμε να τα μπαλώσουμε άτσαλα. Αντί χρώματος, τα ξεπλένουμε, τα ταΐζουμε ταξίδια, βόλτες, ποτό, σεξ και ψυχοθεραπεία, αλλά εκείνα επιμένουν. Παραμένουν ασπρόμαυρα και σοκαριστικά. Σαν το αγαπημένο —τυχαία— έργο του Γουόρχολ της Ζωής. Το Death and Disaster. Εβδομήντα περίπου μεταξοτυπίες σήψης και φθοράς. Ένα σχόλιο στη βία και την οικειοποίησή της, στον εξωραϊσμό της από τα ΜΜΕ, στην υπερέκθεση και στη θνητότητα.

Μία από τις εικόνες, το Ambulance Disaster, αποτυπώνει τη δική της άρνηση εξοικείωσης με τη φρίκη και τον θάνατο. Την αδυναμία της και την αγάπη της.

Εκεί, η Ζωή, όταν το είδε πρώτη φορά στο Βερολίνο, άφησε ένα μέρος του δικού της «άλλου» τραύματος. Μαζί με τον τραυματισμένο αδελφό της και τον φόβο της. Εκείνος το είχε ίσως αφήσει μέσα σε εκείνο το ασθενοφόρο του ΕΣΥ που τον μετέφερε στη Νίκαια. Ασπρόμαυρο ή ποπ.

Συντάκτης: Ιωάννα Σκοτίδα