Επισήμως χώρισαν Δευτέρα. Ανεπισήμως, ο ένας πρέπει να είχε φύγει κάπου μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου. Δεν υπάρχει ακριβής ημερομηνία, γιατί δυστυχώς οι συναισθηματικές αποχωρήσεις δεν στέλνουν ειδοποίηση.
«Η σχέση σας λήγει σε 30 ημέρες. Επιθυμείτε ανανέωση;» Θα ήταν βολικό. Μέχρι την Κυριακή, πάντως, όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Υπήρχε κοινό Netflix, δύο οδοντόβουρτσες στο μπάνιο, λογαριασμοί, ένα «τι θα φάμε;» γύρω στις οκτώ και κάποιος που έπρεπε επιτέλους να θυμηθεί να πάρει χαρτί υγείας. Με όλα τα επίσημα κριτήρια, σχέση. Με ένα μικρό πρόβλημα. Ο ένας από τους δύο δεν ήταν πια ακριβώς εκεί. Από μια σχέση, άλλωστε, δε φεύγεις πάντα με βαλίτσα. Αυτό είναι η κινηματογραφική εκδοχή. Στην πραγματική ζωή μπορεί να φύγεις φορώντας ακόμη τις παντόφλες σου.
Πρώτα σταματάς να κάνεις εκείνη τη συζήτηση που έχει γίνει δεκαεπτά φορές και κάθε φορά καταλήγει στο ίδιο σημείο. Μετά σταματάς να εξηγείς γιατί σε πείραξε κάτι. Ακολουθούν μερικά «άστο τώρα», αρκετά «δεν έχει σημασία» και, στο τελικό στάδιο, το περίφημο «κάνε ό,τι θέλεις». Και το εννοείς. Εκεί ο άλλος μπορεί να κάνει το μοιραίο λάθος. Να πιστέψει ότι επιτέλους η σχέση έστρωσε.
Δεν υπάρχουν καβγάδες. Δεν υπάρχουν απαιτήσεις. Κανείς δεν ξεκινά συζήτηση στις έντεκα και μισή το βράδυ με τη φράση «θέλω να σου πω κάτι, αλλά μη νευριάσεις». Παράδεισος. Ή νεκροτομείο. Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς. Γιατί η παραίτηση έχει ένα εκπληκτικό ταλέντο να μεταμφιέζεται σε ηρεμία.
Και κάπου εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις των σχέσεων: θεωρείται συχνά ότι ο καβγάς είναι το επικίνδυνο σημείο. Όμως, όσο κάποιος θυμώνει, πολλές φορές υπάρχει ακόμη κάτι που διεκδικεί. Περιμένει μια απάντηση, μια αλλαγή, μια κίνηση. Πιστεύει, έστω και εκνευρισμένος, ότι υπάρχει λόγος να συνεχίζει να χτυπά την πόρτα. Το πρόβλημα μπορεί να αρχίσει όταν σταματήσει να χτυπά. Κι όμως, τίποτα θεαματικό δεν συμβαίνει.
«Θες καφέ;» «Ναι». «Θα αργήσεις;» «Λίγο». «Πάρε γάλα». «Οκ».
Είναι σχεδόν συγκινητικό πόσο λειτουργική μπορεί να παραμένει μια σχέση που έχει αρχίσει να πεθαίνει. Ο ένας σκέφτεται ακόμη πού θα πάνε το καλοκαίρι. Ο άλλος αναρωτιέται πού θα μένει τον χειμώνα. Και μετά συζητούν απολύτως πολιτισμένα αν χρειάζεται απορρυπαντικό. Μέχρι που έρχεται η Δευτέρα.
Και κάποιος λέει αυτό που ο άλλος δεν περίμενε να ακούσει: «Δεν μπορώ άλλο». Για τον έναν, ο χωρισμός μόλις ξεκίνησε. Για τον άλλον, μόλις τελείωσε. Ο ένας έχει μπροστά του όλες τις ερωτήσεις. Ο άλλος τις έχει κάνει ήδη στον εαυτό του εδώ και μήνες. «Πώς μπορείς να είσαι τόσο ψύχραιμος;» Ίσως επειδή δεν είναι ψύχραιμος. Ίσως επειδή το κλάμα, ο θυμός, η απογοήτευση και τα «μήπως μπορούμε να το σώσουμε;» έγιναν προκαταβολικά. Μέσα στη σχέση. Δίπλα στον άνθρωπο από τον οποίο αργότερα θα χωρίσει.
Μόνο που υπάρχει και η άλλη πλευρά. Γιατί είναι πολύ βολικό να παρουσιάζεται εκείνος που έφυγε πρώτος συναισθηματικά ως ο βαθιά συνειδητοποιημένος άνθρωπος που «προσπάθησε τα πάντα» και ο άλλος ως το αναίσθητο πλάσμα που ξύπνησε μια Δευτέρα και ανακάλυψε ότι είχε σχέση. Όχι πάντα. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν άκουσαν. Υπάρχουν, όμως, και άνθρωποι που σταμάτησαν να μιλούν και μετά θύμωσαν επειδή ο άλλος δεν άκουσε τη σιωπή τους. Και όσο ποιητικό κι αν ακούγεται το «είχα φύγει μήνες πριν», υπάρχει κάτι βαθιά άδικο στο να έχει τελειώσει μια σχέση μόνο στη μία πλευρά της, ενώ στην άλλη συνεχίζει κανονικά.
Το «κουράστηκα να σου λέω» μπορεί να είναι αλήθεια. Το «δεν κατάλαβα ότι είχαμε φτάσει εδώ» επίσης. Οι σχέσεις έχουν αυτή την ενοχλητική συνήθεια: μπορούν να χωρέσουν δύο αλήθειες ταυτόχρονα. Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο κωμικοτραγικό κομμάτι ενός χωρισμού. Δύο άνθρωποι ζουν στην ίδια σχέση, αλλά δεν βρίσκονται καν στο ίδιο επεισόδιο. Ο ένας πιστεύει ότι περνούν μια δύσκολη φάση. Ο άλλος έχει δει το φινάλε, έχει κλείσει την τηλεόραση και απλώς δεν έχει επιστρέψει ακόμη το τηλεκοντρόλ.
Γι’ αυτό οι χωρισμοί έχουν συχνά δύο ημερομηνίες. Μία επίσημη, που μαθαίνουν οι φίλοι, αλλάζει το relationship status και ξεκινά το «να βρεθούμε, έχω να σου πω». Και μία άλλη. Αθόρυβη. Χωρίς επέτειο και χωρίς μάρτυρες. Τη Δευτέρα, λοιπόν, χώρισαν. Ο ένας απλώς είχε ξεκινήσει να φεύγει από τον περασμένο Μάρτιο.
