Όλα τα πράγματα σε αυτή την ζωή εξαρτώνται από εμάς και από την απόφασή μας να πάρουμε την ζωή μας στα χέρια μας. Να διευθύνουμε εμείς την ορχήστρα της ζωής μας. 

Η τύχη ανήκει στους τολμηρούς. Μόνοι μας την φτιάχνουμε την τύχη μας. “Συν Αθηνά και χείρα κίνει” που λέγαν και οι αρχαίοι ημών. Κάτι θα ήξεραν και αυτοί. 

Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Τίποτε, πάρεξ δύο καταστάσεων: 

Σε ποια γωνιά του κόσμου θα τύχει να γεννηθείς και

μέσα σε ποια οικογένεια θα τύχει να μεγαλώσεις. 

Αυτά, αγαπητέ αναγνώστη, δεν περνούν από το χέρι σου.  Δυστυχώς. 

Δεν διάλεξες το πολίτευμα της χώρας στην οποία γεννήθηκες. Δεν διάλεξες τα πιστεύω της κοινωνίας με τα οποία γαλουχήθηκες. Δεν διάλεξες την εποχή στην οποία γεννήθηκες. 

Κυρίως, όμως, δεν διάλεξες την μάνα σου. Δεν διάλεξες τον πατέρα σου. Δεν διάλεξες το σπίτι μέσα στο οποίο άρχισες να περπατάς. Δεν διάλεξες την γειτονιά στην οποία μεγάλωσες, το σχολείο στο οποίο φοίτησες, τους συμμαθητές ή τους δασκάλους σου. 

Δεν διάλεξες, δηλαδή, το πρώτο -και ίσως σπουδαιότερο- κεφάλαιο της ιστορίας σου. Το κεφάλαιο που σε διαμόρφωσε. Που σε έθρεψε. Που σού έμαθε το αλφάβητο της ζωής. 

Κι αυτό είναι ένα κεφάλαιο, που -όσο κι αν το θες- δεν ξαναγράφεται. Διότι, όσα σπίτια κι αν αλλάξεις, σε όσες χώρες κι αν κατοικήσεις, όσους ανθρώπους κι αν γνωρίσεις, το σπίτι μέσα στο οποίο μεγάλωσες δεν θα φύγει ποτέ από μέσα σου. 

Γιατί εκεί έμαθες να αγαπάς. Εκεί έμαθες να φοβάσαι. Εκεί έμαθες να εμπιστεύεσαι. Να ελπίζεις. Να πέφτεις και να σηκώνεσαι ξανά. Εκεί έμαθες να κλαις. Να θυμώνεις. Να διεκδικείς. Να ορθώνεις ανάστημα. Να παίζεις. 

Στο σπίτι έμαθες -ασαράντιστο μωρό σαν ήσουν- σα θα κλάψεις αν θα σε πάρει κάποιος αγκαλιά να σού σφουγγίξει τα δάκρυα ή αν εσύ με όποιες δυνάμεις έχεις θα χρειαστεί να τυλίξεις με τα χεράκια σου το ταλαιπωρημένο σου κορμί, να το γεμίσεις φροντίδα και κανάκεμα και να προχωρήσεις παρακάτω, αγνοώντας τα κατακόκκινα -πρησμένα από το κλάμα- μάτια σου. 

Στο σπίτι σου σε έμαθαν να περιμένεις στωικά ένα τραγούδι, μία ιστορία, μία αγκαλιά για να σε πάρει ο ύπνος ή σού δίδαξαν αθόρυβα -μα αποτελεσματικά- να πέφτεις για ύπνο μόνος σου με τις σκέψεις να ταλανίζουν το μυαλό σου και σε οδήγησαν έτσι στην ενήλικη ζωή να αναζητάς επίμονα ένα νανούρισμα να γαληνέψει την ψυχή σου, μιάς και δεν νανουρίστηκες τον καιρό που έπρεπε. 

Στο σπίτι σου σε έμαθαν να μιλάς για όσα σε απασχολούν. Να διεκδικείς. Να λες: “Θέλω”. “Θέλω νερό”, “θέλω να φάω”, “θέλω αγκαλιά”, “φοβάμαι”, “νυστάζω”, “κρυώνω”. Στο σπίτι σε έμαθαν πως ο καημός πρέπει να ξετυλίγεται.  Στο σπίτι σε έμαθαν να κρατάς τον καημό σαν κουλούρα στον λαιμό σου. Στο σπίτι σου σε έμαθαν να κρύβεις όσα σε ταλαιπωρούν. Να καταπίνεις -αμάσητα πολλές φορές- όσα σε ταλανίζουν, σε αδικούν, σε μαραζώνουν. 

Κι όλα αυτά, αγαπητέ αναγνώστη, δεν τα θυμάσαι. Δεν θυμάσαι αν σε πήραν αγκαλιά όταν έκλαψες. Δεν θυμάσαι ποιος σου έφερε νερό όταν δίψασες. Δεν θυμάσαι ποιος κάθισε δίπλα κρεβάτι σου όταν φοβήθηκες τον ύπνο. Δεν θυμάσαι καν ποιος σου έμαθε ότι όταν πονάς μπορείς να το πεις. Τα έμαθες, όμως. Τα έμαθε το σώμα σου. Τα έμαθε η καρδιά σου.

Τα έμαθε εκείνο το μικρό παιδάκι με τα αφράτα κοκκινωπά μαγουλάκια και το βλέμμα γεμάτο περιέργεια και ενθουσιασμό που κάποτε ήσουν και το οποίο -χωρίς να το ξέρει ή έστω να το υποψιάζεται-  έγραφε μέσα του -στον σκληρό του δίσκο-  τους πρώτους κανόνες της ζωής.

Και μεγαλώνοντας, αυτούς τους κανόνες τους πήρες μαζί σου. Στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στην δουλειά, στις παρέες και στις σχέσεις σου. 

Το σπίτι μας είναι το πιο επικίνδυνο μέρος στον κόσμο. Αφού την βγάλαμε καθαρή από εκεί όλα τα άλλα είναι παιχνιδάκι. Γιατί η παιδική ηλικία δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις συνώνυμη με την ανεμελιά, το παιχνίδι, τα ξέγνοιαστα μαθητικά χρόνια. 

Υπάρχουν παιδιά που έμαθαν πολύ νωρίς να ακούν βήματα στον διάδρομο και να καταλαβαίνουν την διάθεση των μεγάλων που έμπαιναν στο σπίτι. Παιδιά που έμαθαν να κρύβουν τα δάκρυά τους και να ξεσπούν σε γοερό κλάμα μόνα τους στο μπάνιο. Παιδιά που δεν ζήτησαν ποτέ τίποτα για να μην ενοχλήσουν. Παιδιά που φοβόντουσαν τον μπαμπούλα κάτω από το κρεβάτι αλλά πιο πολύ φοβόντουσαν να ξυπνήσουν τον μπαμπά ή την μαμά που βρίσκονταν στο διπλανό δωμάτιο. Κι έτσι έμεναν ξάγρυπνα όλη την νύχτα με μόνη παρηγοριά το λούτρινο που έσφιγγαν στην αγκαλιά τους. 

 Υπάρχουν παιδιά που έμαθαν να διαβάζουν πρόσωπα πολύ πριν μάθουν να διαβάζουν βιβλία. Παιδιά που έμαθαν να παρηγορούν, να ανακουφίζουν τον πόνο των άλλων, χωρίς προηγουμένως κανένας να τούς δείξει πως πλησιάζουμε κάποιον που πονάει. 

Παιδιά που έμαθαν να σηκώνουν βάρη πριν προλάβουν να σηκώσουν στους μικρούς τους ώμους την σχολική τους τσάντα. Παιδιά που έμαθαν να ανησυχούν για τον μπαμπά. Να φροντίζουν την γιαγιά. Να αποσπούν την προσοχή για να μην τσακωθούν οι μεγάλοι. 

Παιδιά που μεγάλωσαν σε ένα σπίτι που δεν ήταν το σπίτι που λαχταρά κάθε άνθρωπος: ένα λιμάνι θαλπωρής. Παιδιά που έμαθαν πως η οικογένεια δεν είναι επιλογή, ανάχωμα, αλλά υποχρέωση και βάρος. 

Και κάπως έτσι, με τα βαρίδια για συντροφιά, τα παιδιά αυτά μεγάλωσαν. Έγιναν ενήλικες. Και κουβαλούσαν αυτό το σπίτι παντού. Στο αμφιθέατρο, στο πρώτο τους ραντεβού, στο γραφείο, στο σούπερ μάρκετ. 

Και ίσως για αυτό το σπίτι μας να είναι το πιο επικίνδυνο μέρος στον κόσμο. Όχι, γιατί ο τρόπος που μάς συμπεριφέρονταν η μαμά και ο μπαμπάς έγινε κάτι σαν υπόδειγμα για όλες τις σχέσεις στην ζωή μας, αλλά γιατί εκεί μάθαμε τι σημαίνει φόβος. Εκεί μάθαμε αν το λάθος τιμωρείται ή αν -με έναν απλό αναγραμματισμό- γίνεται άθλος. Εκεί μάς εμπιστεύτηκαν ή μάς έκαναν να αμφιβάλλουμε για την πάρτη μας. 

Το σπίτι μέσα στο οποίο θα μεγαλώσουμε είναι -ξεκάθαρα και μόνο- ζήτημα τύχης. Όμως, όπως συνήθιζε να λέει και η ακαταπόνητη και γελαστή, γυναίκα- πολεμίστρια του καλού, Διδώ Σωτηρίου, είναι τύχη και όχι ατυχία όσες τραγωδίες μας τύχανε. Γιατί μάς αναγκάζουν να υψώσουμε ανάστημα, να αποφασίσουμε ποιοί είμαστε και τι ήρθαμε να κάνουμε σε αυτή την ζωή. 

Η τύχη ανήκει στους τολμηρούς. Μόνοι μας την φτιάχνουμε την τύχη μας. 

Πράγματι, είναι άδικο κάποιος να έχει αναλάβει να είναι μεγάλος από την νηπιακή του ηλικία. 

Όμως, αν σκύψουμε το κεφάλι μπροστά σε όλα όσα μάς σημάδεψαν στην παιδική μας ηλικία, αν η αδικία λειτουργήσει ως άλλοθι για την παραίτηση από την ζωή, αν περάσουμε μιά ολόκληρη ζωή νιώθοντας παρεξηγημένοι και παρεξηγώντας, θα καταλήξουμε νευρασθενικοί που θα σιχαίνονται την ζωή, την ύπαρξή τους. 

Έτυχε να γεννηθείς μέσα σε αυτό το σπίτι. Όμως, είναι στο χέρι σου να υπερβείς τον μηρυκασμό της πίκρας ότι δεν αγαπήθηκες με το να αγαπήσεις ο ίδιος. Είναι στο χέρι σου να μην κάνεις το τραύμα σου σημαία ολόκληρης της ζωής σου. 

“Πρέπει να απελευθερώσεις τον εαυτό σου από την ελπίδα ότι η θάλασσα θα γαληνέψει. Πρέπει να μάθεις να πλέεις και με τους δυνατούς ανέμους”. *** 

Έτσι, η ζωή σου γίνεται λιγότερο αυτό που “έτυχε” και περισσότερο αυτό που δημιουργείς. 

 

*** Α. Ωνάσης

 

Συντάκτης: Στέλλα Μπακάλη