Τα παιδιά του σήμερα. Πόσο σπασμένη γενιά. Μεγαλωμένα σε έναν κόσμο που μονίμως περνάει κρίση κι όμως μοιάζουν να μην καταλαβαίνουν τίποτα από όσα συμβαίνουν. Χαμένα σε μία πραγματικότητα ηλεκτρονική, εικονική, δημόσια, όπου όλοι τα ξέρουν όλα χωρίς να γνωρίζουν τίποτα.
Πρόκειται για παιδιά τόσο καλά προστατευμένα, που η ποσότητα της έκθεσης που υφίστανται δεν τα αγγίζει με τον ίδιο τρόπο που αγγίζει εμάς. Παρατηρείται εξαιρετικά έντονα το φαινόμενο της έλλειψης κριτικής σκέψης. Λίγα λεπτά να καθίσεις μαζί τους να μιλήσεις, θα χαωθείς από το πώς δεν μπορούν να υποστηρίξουν έστω και με απλά επιχειρήματα την ταπεινή τους γνώμη.
Το χάσμα των γενεών του σήμερα με το χθες δεν μετριέται σε χρονολογική απόσταση. Δεν είναι τα χρόνια που μας χωρίζουν, αλλά η μεταχείριση που λάβαμε από τους δικούς μας, σε συνδυασμό με την κοινωνική κατάσταση του κόσμου. Μεγαλωμένοι σε μια μόνιμη κρίση, μα το μυαλό μας λειτουργεί με διαφορετικούς γνώμονες από εκείνο της σημερινής νεολαίας. Συζητούσαμε περισσότερο, μας ζητούσαν τη γνώμη μας, ψάχναμε περισσότερο. Είχαμε μέτρο, όρια, σεβασμό, τουλάχιστον σε έναν βαθμό που μας επέτρεπε να ξέρουμε πως τίποτα στη ζωή δεν είναι δεδομένο. Όσα θέλουμε πρέπει να τα κερδίσουμε. Τώρα;
Η μερίδα του κόσμου που έχει πάντα δίκιο. Γιατί έτσι έχουν μάθει. Κάποια δεν μπορούν να υποστηρίξουν τον εαυτό τους. Δεν το έχουν ανάγκη, άλλωστε. Καθαρίζει άλλος για εκείνα. Δεν γνωρίζουν από συνέπειες. Δεν ξέρουν τι πάει να πει «όχι», τι σημαίνει «δεν θέλω», τι πρέπει να κάνουν όταν κάποιος τους ζητά να αλλάξουν μια συμπεριφορά τους που απλώς είναι λάθος. Δεν χρειάζεται να την αλλάξουν. Η προστασία που απολαμβάνουν μετατρέπει την προσωπική τους αξία σε κάτι μεγαλύτερο από το σωστό και το λάθος.
Πολλά παιδιά είναι χωρίς όρια. Δεν έχουν ιδέα από σεβασμό, από ευγένεια, από απλούς κοινωνικούς τρόπους καθημερινής συναναστροφής με κόσμο. Είτε αυτός ο κόσμος είναι φίλος τους είτε συμμαθητής είτε δάσκαλος, είναι όλοι το ίδιο για εκείνα. Βαλμένοι σε ένα σακί που δεν μπορεί να τα αγγίξει και, αν «τολμήσει» να το κάνει, θα έχει ο ίδιος συνέπειες.
Είναι τόσο μεγάλος ο όγκος πληροφορίας γύρω τους, που αντί να μαθαίνουν κάτι ουσιαστικό, βυθίζονται στην ευκολία των λύσεων και παύουν να ψάχνουν και να σκέφτονται. Η πρόσβαση στην πληροφορία έχει γίνει φυλακή, καθώς ορίζει την κατεύθυνση της σκέψης με έναν τρόπο που τα παθητικοποιεί. Γνωρίζουν τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα, όμως τις περισσότερες φορές δεν φτάνουν στο σημείο να τα αξιολογήσουν προσωπικά, γιατί δεν χρειάζεται. Αναμασούν γνώμες άλλων, που απλώς είναι in, και χάνουν το αποτύπωμά τους στην αναπαραγωγή του λόγου.
Καμιά φορά είναι σαν να τους δίνουμε την ευλογία μας για να μη χρησιμοποιούν τη σκέψη τους παραγωγικά. Δεν μπαίνουν στη διαδικασία να επιχειρηματολογήσουν. Να ερευνήσουν κάτι μόνα τους. Ρωτάνε λιγότερο από φόβο μήπως τα θεωρήσουμε «χαζά» και έτσι καταλήγουν με όλες τις απαντήσεις που ψάχνουν, χωρίς να τις κατανοούν. Τα κάνουμε να θέλουν απλώς να τελειώνουν τις αγγαρείες του σχολείου και της μέρας τους, σαν ενήλικες που έχουν κολλήσει σε μια εργασία που δεν θέλουν, απλώς από ανάγκη.
Αν σε ένα παιδί που βρίσκεται στην πιο παραγωγική περίοδο της ζωής του «επιτρέπεται» να μη χρησιμοποιεί το μυαλό, την ευφυΐα του και την προσωπική του ταυτότητα για να εξελιχθεί, να κοινωνικοποιηθεί και απλώς να σκεφτεί, είμαστε χαμένοι από χέρι. Του δείχνουμε έτσι ότι θα του έρχονται πάντα όλα έτοιμα. Πως δεν χρειάζεται να προσπαθήσει για κάτι. Δίνουμε συναίνεση στη γαλούχηση ανθρώπων που δεν θα ξέρουν πώς να λύνουν απλά καθημερινά προβλήματα. Δεν θα ξέρουν πώς να επικοινωνήσουν ή να μπουν στη θέση του άλλου, χωρίς πρώτα να δώσουν ρεσιτάλ θυματοποίησης.
Αρκετά παιδιά προσπερνούν τον διάλογο και ανταποδίδουν το κακό με βία ως πρώτη λύση ή με ψέματα. Το να μην αναλαμβάνουν την ευθύνη τους είναι επιτρεπτό. Ό,τι και να κάνουν, θα τη βγάλουν λάδι, αν απλώς ρίξουν ένα δάκρυ μπροστά στον σωστό άνθρωπο. Εκμεταλλεύονται καταστάσεις υπέρ τους, χωρίς να έχουν ιδέα για την αξία του «συγγνώμη». Στην υπερβολή της κατάστασης θα έλεγε κανείς πως φαίνονται πονηρά, χειριστικά, απρόθυμα να προσπαθήσουν. Μπορεί να ακούγεται άσχημο, όμως η πραγματικότητα είναι χειρότερη.
Οι γονείς, στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν απλώς το σπλάχνο τους, κατόρθωσαν να του κοιμίσουν τη θέληση για διεκδίκηση. Η τόσο έντονη επιθυμία για προστασία από τις δυσκολίες οδηγεί ενδεχομένως στο χτίσιμο της αδυναμίας τους να τις αντιμετωπίσουν όταν εμφανιστούν. Και αν αυτή η κατάσταση δεν αλλάξει, οι ενήλικες του αύριο θα δυσκολευτούν πολύ να επιβιώσουν στον κόσμο που φυτρώνει τώρα. Είναι αναγκαίο να αφήσουμε τα παιδιά να δημιουργούν, να βρίσκουν όσα τους αρέσουν και να προσπαθούν να εξελίσσονται. Πρέπει να τους δοθεί ξανά η ιδιότητα του «σφουγγαριού» που ρουφάει τη γνώση, όχι της πέτρας που βυθίζεται μόλις βρει νερό.
Οφείλουμε να τους δώσουμε την ελευθερία να κάνουν λάθη. Να καθόμαστε δίπλα τους, να τα ακούμε, να τα συμβουλεύουμε, να είμαστε ειλικρινείς και να μη φοβόμαστε να τα πληγώσουμε λέγοντάς τους πως έχουν άδικο σε κάτι. Δεν χρειάζεται να τους χαϊδεύουμε τα αυτιά. Χρειάζεται να τους δείξουμε τον δρόμο και να γίνουμε παραδείγματα εμείς. Να θέσουμε ξανά όρια στα πρέπει, στα μη, στα σωστά και στα λάθος. Και κυρίως να τους δείχνουμε πως είμαστε σύμμαχοι και όχι εχθροί. Έτσι, ίσως υπάρχει χαραμάδα φωτός για να τα βοηθήσουμε να βγουν από το σκοτάδι μιας οθόνης γεμάτης πληροφορία, που χρησιμοποιείται με τρόπο που τα αδικεί. Ας γίνουμε εμείς η οθόνη τους και η πληροφορία που έχουν ανάγκη να λάβουν.
