Έφυγε για ένα ταξίδι. Έξι μέρες αργότερα βρέθηκε ημιλιπόθυμος, φορώντας ρούχα που δεν ήταν δικά του. Ο Edgar Allan Poe πέθανε λίγες μέρες μετά, χωρίς να εξηγήσει ποτέ τι του είχε συμβεί. Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, ο θάνατός του παραμένει άλυτο μυστήριο.

Ο άνθρωπος που εφηύρε την αστυνομική λογοτεχνία, ο συγγραφέας που έχτισε το μυαλό του πάνω στην αποκωδικοποίηση γρίφων, στα σκοτεινά εγκλήματα και στις μαρτυριάρες καρδιές, επέλεξε να αποχωρήσει από τη σκηνή της ζωής αφήνοντας πίσω του το μεγαλύτερο, το πιο σκοτεινό μυστήριο.

Ήταν Σεπτέμβρης 1849. Ο Πόε, αυτός ο γοητευτικός άντρας που στη σφαίρα της φαντασίας μου έχει γκρίζους κροτάφους, λυγερή κορμοστασιά και ψυχή 10χρονου παιδιού, ξεκίνησε από το Ρίτσμοντ με προορισμό τη Φιλαδέλφεια για να συναντήσει τη φημισμένη ποιήτρια εκείνης της εποχής, τη Marguerite St. Leon Loud, και να συζητήσουν για την έκδοση των ποιημάτων της. Ξεκίνησε, δηλαδή, για ένα επαγγελματικό, όπως θα λέγαμε σήμερα, ραντεβού. Ο Πόε δεν έφτασε ποτέ. Για έξι ολόκληρες μέρες άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Κανείς δεν ήξερε πού είναι. Πού κοιμάται. Τι τρώει. Με ποιον μιλάει. Αν ζει ή αν έχει πεθάνει.

Ο Edgar Allan Poe, ο άνθρωπος που αποτύπωσε σε χαρτί τα πιο θρυλικά μυστήρια, φαινόταν να ζει μέσα σε ένα τέτοιο. Στην Αμερική του 19ου αιώνα, ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους συγγραφείς είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης. Κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν. Κανείς δεν είχε νέα του για σχεδόν μία εβδομάδα.

Αρχές του Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς, σε μια ταβέρνα της Βαλτιμόρης εμφανίστηκε κάποιος που έμοιαζε στον σπουδαίο αυτό δημιουργό. Είχε το ίδιο ύψος, την ίδια στάση, τα ίδια χαρακτηριστικά προσώπου. Έμοιαζε εξαιρετικά πολύ με τον Edgar Allan Poe. Θα μπορούσε να είναι αυτός. Όμως, ο τύπος που κατέβηκε τα σκαλιά εκείνης της υπόγειας ταβέρνας είχε μία σύγχυση στο μάτι, μία αστάθεια, έναν αποπροσανατολισμό. Έδειχνε άλλοτε μεθυσμένος και άλλοτε τρελός. Κάποιοι πίστεψαν πως ήτανε επαίτης. Φορούσε φτηνά, λερωμένα ρούχα που έπεφταν πάνω του σαν τσουβάλι. Ήταν τουλάχιστον δυο νούμερα μεγαλύτερα, τσαλακωμένα, κακόγουστα.

Οι πιο ψαγμένοι της ταβέρνας, οι γνώστες του καλού κρασιού και οι παθιασμένοι με τα γράμματα, δεν μπόρεσαν να μην εντοπίσουν την ομοιότητα αυτού του ανθρώπου με τον εξαφανισμένο Edgar Allan Poe. Όμως, δε θα μπορούσε να είναι αυτός. Ο Edgar πρόσεχε πάντα την εμφάνισή του, το βλέμμα του σκορπούσε σπιρτάδα και, μολονότι πολεμούσε κάθε μέρα με τη φτώχεια και το αλκοόλ, δε θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του μία τέτοια δημόσια εικόνα.

Αν βλέπατε τον άνθρωπο που μπήκε —οριακά ημιλιπόθυμος— στην ταβέρνα, θα απορούσατε και εσείς. «Πώς γίνεται να μοιάζει τόσο με τον Edgar Allan Poe;» θα σκεφτόσασταν.

«Γίνεται», θα σας απαντούσε λίγες στιγμές αργότερα η γεμάτη ανατροπές και εκπλήξεις τσαχπίνα ζωή. «Γίνεται. Διότι αυτός ο άντρας είναι ο Edgar Allan Poe».

Οι στιγμές που ακολούθησαν αυτή την αποκάλυψη —ή, αν θέλετε, συνειδητοποίηση— ήταν τρομακτικές. Ο Edgar Allan Poe βρέθηκε μετά από σχεδόν μία εβδομάδα εξαφάνισης φορώντας τα ρούχα κάποιου άλλου. Ενός ξένου. Πού ήταν τα δικά του ρούχα; Ποιος ξένος του δάνεισε τα ρούχα του; Πού ήταν εξαφανισμένος τόσες μέρες; Τι τον είχε οδηγήσει σε αυτή την τρομακτική —οριακά αποκρουστική— κατάσταση; Κανένας δεν ήξερε να απαντήσει. Κανένας —μέχρι και σήμερα— δεν έμαθε.

Μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο, όπου πέρασε τις τελευταίες του μέρες σε μία κωματώδη —σχεδόν— κατάσταση. Φαινόταν να μην έχει συνείδηση. Όμως, οι γιατροί δεν ήξεραν αν τούτο οφειλόταν στον υψηλό πυρετό που δεν έλεγε με τίποτα να πέσει ή αν στον ταλαιπωρημένο αυτό ποιητή είχε συμβεί κάτι άλλο όσο καιρό ήταν εξαφανισμένος.

Ο άντρας που ο λόγος του αποτυπώθηκε σε χιλιάδες σελίδες και άγγιξε εκατομμύρια ψυχές δεν κατάφερε ποτέ να μιλήσει και να εξηγήσει τι του είχε συμβεί. Το μόνο που έκανε τις λίγες μέρες που έμεινε στο νοσοκομείο, τις ώρες που το σκοτάδι του μυαλού του πύκνωνε, ήταν να φωνάζει επαναλαμβανόμενα ένα όνομα: «Ρέινολντς!»

Σε ποιον να ανήκε αυτό το όνομα; Ποιος να γυρνούσε στο άκουσμά του; Κάποιος εχθρός ή μήπως κάποιος φίλος; Μια μεγάλη αγάπη; Ένας τρυφερός έρωτας; Μήπως ήταν ο άνθρωπος εκείνος τα ρούχα του οποίου βρέθηκαν φορεμένα στο ταλαιπωρημένο κορμί του Edgar; Μήπως απλά ο Edgar Allan Poe βρισκόταν σε σύγχυση και είχε παραισθήσεις;

Δεν έμαθε ποτέ κανείς.

Το πρωί της 7ης Οκτωβρίου —λίγες μέρες μετά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο— ο γοητευτικός αυτός νέος, ο συγγραφέας του μυστηρίου, ο άνθρωπος που έπαιξε και έχασε σε κάθε παιχνίδι που του έπαιξε η ζωή, ο Πόε, ψιθύρισε: «Κύριε, βοήθησε τη φτωχή μου ψυχή» και έκλεισε τα μάτια του για πάντα. Παραδόθηκε στην αιωνιότητα. Κέρδισε κάτι που ελάχιστοι μέχρι και σήμερα έχουν κερδίσει. Κέρδισε το ακατόρθωτο. Κέρδισε την αθανασία.

Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, μπορεί και να πίστεψες ότι σου περιγράφω τον ήρωα κάποιου καταραμένου μυθιστορήματος. Κι όμως, αυτή ήταν η ωμή, γεμάτη λάσπη και σκοτάδι πραγματικότητα του Edgar Allan Poe. Του ανθρώπου που πήρε τα δικά του υπαρξιακά coolουβάχατα και τα μετέτρεψε στην πιο γοητευτική λογοτεχνία τρόμου που διάβασε ποτέ αυτός ο κόσμος. Γιατί ο Πόε δεν έγραψε απλώς για το σκοτάδι· το έζησε μέχρι το μεδούλι. Το έζησε μέχρι τέλους. Το έζησε μέχρι το δικό του, παράλογο, ανεξιχνίαστο τέλος.

Ίσως, τελικά, αυτή να είναι και η μοίρα όλων των ανθρώπων σε αυτή τη ζωή. Εκείνα με τα οποία καταπιάνονται, αυτά στα οποία παραδίδονται ψυχή τε και σώματι, αυτά για τα οποία αγωνίζονται και παλεύουν καθημερινά, όσα τους κινητοποιούν, τους τροφοδοτούν, τους δίνουν όρεξη και δύναμη για να συνεχίσουν ακαταπόνητοι να εξερευνούν τη ζωή, να είναι και εκείνα που τους οδηγούν στον θάνατο.

Όμως, δεν υπάρχει πιο όμορφος, πιο γλυκός θάνατος από αυτόν.

Ο Edgar Allan Poe, που έλεγε ότι «για μένα η ποίηση δεν ήταν σκοπός, αλλά πάθος», πέθανε με ένα πέπλο μυστηρίου να καλύπτει τον θάνατό του, δηλαδή με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έφυγαν από τη ζωή και οι ήρωες στα βιβλία του, εκείνοι δηλαδή στους οποίους ο Πόε είχε αφιερώσει την ψυχή του.

Σύμπτωση; Αυτοεκπληρούμενη προφητεία; Πάρτε το όπως θέλετε. Για ’μένα ο Edgar Allan Poe βρήκε —κατά παράφραση του Charles Bukowski, το έργο του οποίου ήταν βαθύτατα επηρεασμένο από τον Πόε— αυτό που αγάπησε και το άφησε να τον σκοτώσει.

Συντάκτης: Στέλλα Μπακάλη