Όταν το ρολόι θα χτυπήσει 00:00 η ιστορία θα ξεκινήσει από την αρχή. Το συγκεκριμένο παραμύθι δεν είναι σαν τα άλλα, όμως. Είναι σκληρό. Παραμύθι για ενήλικες. Χωρίς μουσικές κι όμορφα χρώματα. Μόνο καπνός και σκοτάδι. Είναι όμως και γοητευτικό. Άγριο και παθιασμένο. Σίγουρα δεν έχεις καταγωγή πριγκιπική. Περισσότερο μοιάζεις να πολεμάς στο σκοτάδι. Πάνω σ’ άλογο μανιασμένο. Ούτε εγώ βέβαια μοιάζω να φοράω στέμμα. Εύθραυστη φιγούρα, μα ξεπεσμένη. Ο λαγός στη Χώρα των τραυμάτων. Μόλις σκότωσα την Αλίκη για χάρη σου. Για να έρθω να την εναποθέσω στα πόδια σου και να μου πεις μπράβο. Μια Σαλώμη- κοίτα τι ωραία που χορεύω όταν με διατάζεις. Πες μου απλώς πόσα κεφάλια θες να κόψω σήμερα κι εγώ θα στα φέρω σε χρυσό δίσκο.

Καμιά φορά, φοράω ξένα ρούχα για να μη φαίνεται πόσο πολύ έχω μικρύνει. Κι αν προσπαθώ να σε ξεχάσω έρχεσαι κάθε μέρα, χτυπάς τους τοίχους του σπιτιού απλώς για να υπενθυμίσεις την παρουσία σου κι εγώ πετάγομαι στον ύπνο μου. Νομίζω ότι ήρθες για μένα, όμως εσύ έχεις ερωτευτεί την εποχή. Έξω ανθίζουν τα λουλούδια κι εδώ που μένω βρέχει όλη μέρα. Από τους τοίχους αναδύεται μια μούχλα και σαπίζει ό,τι καλό έχω μέσα μου. Έχω γίνει η χειρότερη εκδοχή του εαυτού μου. Δεν μπορώ να σε φτάσω και με καταπίνει το πάτωμα. Χθες σου δάγκωσα το αριστερό πλευρό, έτσι για να μου δώσεις λίγη σημασία.

 

 

Όταν το ρολόι χτυπήσει 00:00 θα ξεκινήσει η σφαγή. Διαλέγουμε τα όπλα μας και ξεκινάμε να σκοτώνουμε ό,τι υπάρχει τριγύρω. Πνιγμένοι από αίμα καλούμε ο ένας τον άλλον σε μονομαχία. Σε τραυματίζω, με πονάς, σ’ εξουθενώνω, με συνθλίβεις, σε ερωτεύομαι, με αποτελειώνεις, σε σκεπάζω, με αποθεώνεις και στο τέλος ειρήνη. Σιωπή. Τόσο ίδιοι, τόσο αντίθετοι, τόσο δυνατοί, τόσο σπασμένοι. Περπατάω στην άκρη του γκρεμού. Παρακαλώ να παραπατήσω. Δεν περιμένω να με πιάσεις, δε βλέπω τα χέρια σου στα σχοινιά. Απλώς θέλω το χάος να είσαι εσύ. Όταν θα βυθιστώ, να είναι μέσα σου. Καθρεφτίζομαι μέσα στα μάτια σου. Θέλω να γίνω η αγκαλιά που θα έχεις για καταφύγιο όταν όλα γύρω σου θα καίγονται. Θέλω να κάνω το κορμί μου πλέγμα προστασίας. Να βυθιστείς σ’ έναν ύπνο χωρίς όνειρα με το υποσυνείδητό σου να λείπει.

Περπατώ περπατώ εις το δάσος όταν ο λύκος δεν είναι εδώ. Και κάθε φορά φεύγω απογοητευμένη. Ξέρω πως αν με πετύχει θα με φάει, ξέρω πως τρέχει πιο γρήγορα από μένα κι όμως κάθε βράδυ είμαι ξανά στο ίδιο δάσος. Χθες έχασα το γοβάκι μου. Και τώρα περπατάω μόνο με το ένα σαν κουτσό στρατιωτάκι. Σίγουρα ακούς τα βήματά μου από μακριά, τακ τακ τακ, πάνω στις τσιμεντένιες πλάκες της πόλης ηχούν σαν τις οπλές του αλόγου. Λύκε, λύκε που είσαι; Στο δικό μας παραμύθι η Κοκκινοσκουφίτσα έφαγε τη γιαγιά κι έβαψε με το αίμα της την κάπα κόκκινη. Ο λύκος χάζευε ηδονικά τη σκηνή. Γιατί δεν ήταν από τη φύση του κακός. Απλώς του άρεσαν τα σπλάτερ. Έτσι ισχυριζόταν η γιαγιά τουλάχιστον. Κι η μικρή κοκκινοσκουφίτσα; Ένα χαμένο παιδί που ζητούσε απεγνωσμένα μια αγκαλιά. Ξέχασε όμως. Ο λύκος δεν έχει χέρια, αγάπη μου. Μόνο δόντια.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Αλίκη Ζωγράφου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου