Όταν δε βρίσκεις λέξεις για να περιγράψεις αυτό που νιώθεις, όταν όλοι οι στίχοι και οι μουσικές φαντάζουν μηδαμινές μπροστά σε εκείνο, που το μυαλό σου προσπαθεί να συνθέσει τότε ξέρεις πως ανήκεις προς τα εκεί που τρέχει η καρδιά σου.

Πόσες φορές έχουμε νομίσει πως ερωτευτήκαμε, πόσες πως πληγωθήκαμε; Η αλήθεια είναι μία όμως και εξηγεί πως όταν έχεις απέναντί σου εκείνον τον άνθρωπο που τον γουστάρεις τόσο από την καλή όσο κι από την ανάποδη τότε μπορείς να θεωρηθείς πραγματικά ερωτευμένος.

Απασχολούμαστε τόσο πολύ με το φαίνεσθαι, που όταν ξεδιπλώνεται ο χαρακτήρας του άλλου πολλές φορές απογοητευόμαστε άρδην. Μετανιώνουμε τα ξενύχτια, που μεθύσαμε και τα καψουροτράγουδα που φωνάξαμε, δίχως να μάς ακούει ούτε ο πιο κοντινός μας άνθρωπος. Έχουμε βρεθεί όλοι στην κατάσταση, που ερωτευόμαστε κεραυνοβόλα μάτια, κορμιά και χαμόγελα μονάχα επειδή είναι «όμορφα».

Ξέρετε τι μαγεία είναι όμως, να έχεις μπροστά σου, σε όλο του το μεγαλείο, εκείνον τον άνθρωπο που σε συμπληρώνει, που σε κάνει να γελάς χωρίς να το καταλαβαίνεις. Που κάνει τα μάτια σου να λάμπουν και τις λέξεις σου, να αποκτούν νέο χρώμα. Το ξεγύμνωμα των ψυχών των ανθρώπων, που κοιτάζονται δίχως να ντρέπονται είναι πέρα για πέρα ο καλύτερος έρωτας, που μπορείς να έχεις.

Και πάλι, ξέρω πως όλα αυτά τα έχουμε ξαναπεί. Τα έχουμε υμνήσει κι αφήσει πίσω μας, να πάνε να χαθούν. Αλλά έχεις νιώσει, να σταματά ο κόσμος γύρω σου και να σωπαίνουν όλοι; Σκέψου το καλά, πριν απαντήσεις. Γιατί κι εγώ άλλα νόμιζα στην αρχή κι αλλού βρίσκομαι τώρα. Εκείνες οι βαρετές βραδιές, που ξάφνου γίνονται λαμπερές. Εκείνα τα θερμά απογεύματα, που συναισθήματα δροσίζουν το νου σου. Κατά βάθος, εκείνη τη στιγμή τη ζεις τόσο έντονα, που δεν παίρνεις χαμπάρι όσα σου αραδιάζω τώρα. Μονάχα ύστερα, αφού έχεις ξυπνήσει κι αναπολείς το χθες συνειδητοποιείς την απεραντοσύνη που κρυβόταν μέσα στις λέξεις, τις πράξεις, τα κοιτάγματα και τα αγγίγματα.

Σκέφτεσαι πως όλα ξεκίνησαν τόσο αθώα, τόσο αόριστα κι ακαθόριστα. Δεν ήξερες πού ήσουν, πού βρέθηκες και πώς εξελίχτηκες. Στην αρχή φοβόσουν και είχες ανασφάλειες. Στόματα σε προσγείωναν και δεύτερες γνώμες σε παγίωναν. Ήξερες, πως δε θα άντεχες άλλη μία απόρριψη. Δεν ήθελες να συμβεί πάλι σε σένα. Κουράζεσαι, όταν δεν υπάρχει ανταπόκριση. Βάζεις τέρμα Πορτοκάλογλου κι αναρωτιέσαι «τι λάθος κάνεις». Όμως, μέσα από τα λάθη γεννιούνται τα πιο μεγάλα πάθη. Κι αν δε φας τα μούτρα σου, δε θα μάθεις. Αν δε ρωτήσεις, δε θα πας σε καμία Πόλη. Κι εσύ τόλμησες και πέτυχες κάτι όμορφο. Κάτι μοναδικό, κάτι δικό σας. Που, ίσως και να κράτησε δευτερόλεπτα, ίσως και χρόνια.

Τα πιο δυνατά βλέμματα τρυπάνε εκείνα τα δευτερόλεπτα που κανένας δεν ξέρει τι να κάνει. Που δε θες να αποχωριστείς τον άλλον, γιατί το «αντίο» καθορίζει ένα αέναο χρονικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο δεν ξέρεις αν ο έρωτας θα επιζήσει. Θες να πας το χρόνο πίσω και να το ξαναζήσεις όλο από την αρχή. Δίχως καμία αλλαγή σε οποιαδήποτε λεπτομέρεια σε έκανε να ερωτευτείς τον άλλον. Η συνειδητοποίηση της συναισθηματικής εγγύτητας εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου που είστε πιο κοντά από ποτέ, σου έχει λύσει όλα τα προβλήματα μέσα στο χάος σου.

Είσαι ερωτευμένος, όταν σου λείπει η «καληνύχτα» και το «να προσέχεις». Όταν σου λείπει η γκρίνια κι η στοργή. Είναι μοιραίο, να ξέρεις πως είναι ο άνθρωπός σου, αλλά όχι σε αυτήν τη ζωή και πως σε ένα παράλληλο σύμπαν σε καληνυχτίζει απόψε με εκείνο το φιλί, που δίστασες να δώσεις. Γιατί φοβήθηκες τον αληθινό έρωτα.

 

Συντάκτης: Αγγελική Τσιγαρά
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου