Η οικογένεια είναι ένας περίεργος θεσμός. Τη χτίζουν άλλοι για εμάς· το μόνο που έχουμε να κάνουμε αφού έρθουμε στον κόσμο είναι να συνυπάρξουμε με γονείς που δεν επιλέξαμε και αδέρφια που μας φόρτωσαν. Οι καυγάδες και οι κόντρες αποτελούν το αλατοπίπερο κάθε ημέρας σε σταθερή οικογενειακή ρουτίνα, με μερικούς να παίρνουν μυθικές διαστάσεις. Η πιο συνήθης εικόνα σπιτιού αποτελείται από παιδιά που νιώθουν πάντα επαναστάτες και γονείς που πρέπει να χαλιναγωγήσουν την νιότη τους.

Πόσες φορές άραγε να έχεις ακούσει, «εγώ στην ηλικία σου…» από ευρύ φάσμα μεγαλύτερών σου; Γιατί μπορεί η μαμά σου να έχει ξεχάσει τις δικές της ατασθαλίες, αλλά εσύ εχθές φρόντισες να τις μάθεις από τη γιαγιά και με την πρώτη ευκαιρία θα αξιοποιήσεις τις πληροφορίες με περίσσιο θράσος, ειδικά αν χρειαστεί να αποφύγεις πιθανές– ως και απολύτως βέβαιες– τιμωρίες.

Ο πατέρας τώρα, ίσως τις περισσότερες φορές να φαινόταν πιο αυστηρός, ώσπου έφτανε να μοιάζει να έχει εύκαιρη τη στολή του δικτάτορα: έτσι το βλέπαμε στη παιδική ηλικία γιατί μεγαλοποιούσαμε τα πάντα. Τα «όχι» και τα «μη» ήταν συχνό φαινόμενο, για να μην αναφέρουμε καν τη μεγάλη απελπισία που τα ακολουθούσε. Πόσες πόρτες άλλωστε δεν έχουν κλείσει με δύναμη και ορμή, συνοδευόμενες από κλάματα θυμού μετά από ομηρικούς καυγάδες.

Φανταστείτε όμως το εξής, έστω για λίγο. Σκεφτείτε τι θα συνέβαινε αν, λέμε αν, έστω για ένα μικρό διάστημα, αρχίζατε να συμφωνείτε με όσα λένε οι δικοί σας.

Το απόλυτο σοκ.

Εσύ που έφερνες πάντα αντίλογο και δυσανασχετούσες σε κάθε τους αίτημα, αν σε κάθε επιθυμία τους υπήρχε ως ανταπόκριση από μέρους σου ένα μεγάλο χαμόγελο και άμεση αποδοχή, θα νόμιζαν ότι έπαθες ένα μικρό εγκεφαλικό. Τα μάτια θα μεγάλωναν και το σήμα στον εγκέφαλο θα αργούσε να φτάσει. Θα προηγείτο μια ειλικρινής απορία, αν εσύ είσαι όντως το παιδί τους, ή μήπως εξωγήινοι σε αντικατέστησαν με κάποιο πειθήνιο κλώνο. Σταδιακά βέβαια η έκφραση τους θα μοιάζει με αυτούς που κέρδισαν το μεγάλο λαχείο που κλήρωσε την Κυριακή.

Ξυπνάμε λοιπόν ένα πρωί και λέμε καλημέρα με ένα πλατύ χαμόγελο, αντί για εκείνη τη γκριμάτσα που κουβαλάμε με το που ανοίξουμε τα μάτι, με τον πατέρα να αναρωτιέται με απορία και ανησυχία πού πήγε το πλάσμα που μεγάλωσε. Αρχίζει να προβληματίζεται αν ξεκίνησες να κάνεις χρήση παράνομων ουσιών, σε ρωτάει αν κάτι σου συνέβη και είσαι σε μια ιδιάζουσα κατάσταση σοκ.

Όμως το σχέδιο σου είναι υποχθόνιο. Έχεις βαλθεί να τους τρελάνεις και θα τα καταφέρεις. Έχεις φτάσει στο αμήν: αποφάσισες ότι αρκετά σε βασανίζουν και έφτασε ο καιρός να πληρώσουν όλα τα σπασμένα. Ενόσω καταστρώνεις τη στρατηγική εκδίκησης στο πρόσωπό σου σχηματίζεται ένα χαμόγελο αντάξιο του Joker, το σχέδιό σου παίρνει σάρκα και οστά. Έχεις σκοπό να το κρατήσεις μέχρι να φτάσουν στο αμήν.

Oι μέρες περνούν και όλα κυλούν ομαλά σαν να μην συμβαίνει τίποτα, όμως υπάρχει διάχυτη σιγουριά ότι πλέον ζείτε στη ζώνη του λυκόφωτος. Οι γονείς έχουν αρχίσει να σε κοιτούν περίεργα και τραβούν το σχοινί για να δουν πόσο θα αντέξεις. Η αποφασιστικότητά σου σε κάνει βράχο, τα δέχεσαι όλα με υπομονή και συγκατάβαση. Καταλήγεις να γίνεσαι το τέλειο, υπάκουο παιδί, εκείνο που μια ζωή σε κατηγορούν πως δεν προσπαθούσες καν να του μοιάσεις.

Ξαφνικά, ένα απόγευμα σε παίρνουν τηλέφωνο και σου λένε να έρθεις σπίτι γιατί θέλουν να μιλήσετε. Μέσα σε σοβαρό κλίμα, σχεδόν πιστεύεις ότι κάτι έχει συμβεί και ετοιμάζεσαι για το χειρότερο, σου ανακοινώνουν ότι πλέον ανησυχούν σοβαρά, σκέφτονται να φωνάξουν από ψυχίατρο ως παπά, φοβούνται ότι έχουν να κάνουν με κάτι στα όρια του υπερφυσικού. Με χαμόγελο που σίγουρα τους φρικάρει περαιτέρω, αποφασίζεις να σταματήσεις το παιχνίδι, νίκησες.

Τους ανακοινώνεις ότι όλα ήταν μια πλάκα, και στη συνέχεια…

Ξυπνάς.

Συντάκτης: Άννα Αντωνίου
Επιμέλεια κειμένου: Μιχάλης Μαρκόνης