Υπάρχει μια έντονη ανάγκη στις σχέσεις να μετριούνται τα πάντα… Ποιος από τους δύο έστειλε πρώτος, ποιος επικοινώνησε περισσότερες φορές, έκανε περισσότερες υποχωρήσεις, είπε περισσότερα «σ’ αγαπώ». Αναμέτρηση για το ποιος έδωσε, τελικά, τα περισσότερα. Σαν να υπάρχει κάπου, ένα αόρατο τεφτέρι που κρατά λογαριασμό και, στο τέλος, θα αποφασίσει αν μια σχέση ήταν δίκαιη. Όμως η αμοιβαιότητα δεν είναι λογιστική.

Δύο άνθρωποι δεν μπορούν να αγαπούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, να έχουν τις ίδιες αντοχές, τις ίδιες ανάγκες ή να βρίσκονται πάντοτε στην ίδια φάση της ζωής τους. Υπάρχουν περίοδοι που ο ένας θα χρειαστεί να κρατήσει λίγο περισσότερο τον άλλον. Μέρες που κάποιος θα έχει λιγότερα να δώσει, θα κουραστεί, θα φοβηθεί, θα πιεστεί, θα χρειαστεί περισσότερο χώρο ή περισσότερη φροντίδα.

Η αμοιβαιότητα δεν χάνεται επειδή κάποιος, κάποτε, έδωσε περισσότερο. Χάνεται όταν ο ένας έχει συνηθίσει να δίνει και ο άλλος έχει συνηθίσει απλώς να παίρνει. Αυτό δεν φαίνεται πάντα από την αρχή, γιατί συνήθως δεν υπάρχει κάποια μεγάλη στιγμή που να αποδεικνύει ότι μια σχέση έγινε μονόπλευρη. Υπάρχουν, όμως, πολλές μικρές…

Ο ένας ρωτά πάντα «είσαι καλά;», θυμάται τι στενοχώρησε τον άλλον, τι τον αγχώνει, τι σημαντικό έχει την επόμενη μέρα. Ξέρει πότε χρειάζεται χώρο και πότε μια αγκαλιά. Κι όταν έρχεται η δική του δύσκολη στιγμή, χρειάζεται πρώτα να εξηγήσει γιατί θα ήθελε λίγη περισσότερη παρουσία. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, γεννιέται μια ιδιαίτερη μοναξιά. Γιατί υπάρχει και η μοναξιά που βιώνεται δίπλα σε έναν άνθρωπο και αυτή είναι δυσκολότερη από εκείνη της πραγματικής απουσίας.

Σκέψου να υπάρχει κάποιος δίπλα και, παρ’ όλα αυτά, ο άλλος να αισθάνεται ότι κουβαλά μόνος του τη σχέση. Να ψάχνει συνεχώς πώς θα πλησιάσει, πώς θα επικοινωνήσει καλύτερα, πώς θα αποφύγει ακόμη μία σύγκρουση, πώς θα εξηγήσει ξανά αυτό που χρειάζεται. Έτσι ξεκινά μια εσωτερικός διάλογος: «Ίσως ζητάω πολλά». «Δεν εκφράζονται όλοι το ίδιο». «Χρειάζεται χρόνο».

Το θέμα είναι ότι, πράγματι, μπορεί όλα αυτά να ισχύουν. Οι άνθρωποι δεν εκφράζονται με τον ίδιο τρόπο, δεν αγαπούν με την ίδια ένταση και δεν έχουν όλοι την ίδια ευκολία στην επικοινωνία ή στην έκφραση του συναισθήματος. Όμως η κατανόηση του άλλου δεν χρειάζεται να καταλήγει σε μόνιμη εγκατάλειψη του εαυτού. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο αναγνωρίζεται η δυσκολία κάποιου να προσφέρει κάτι και στο να μαθαίνει ο άλλος να ζει μονίμως χωρίς αυτό που χρειάζεται. Κάπου εκεί μπερδεύεται η αγάπη με την αντοχή. Το ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αντέξει πολλά δεν σημαίνει ότι πρέπει και να τα αντέχει. Το ότι μπορεί να κατανοήσει μια συμπεριφορά δεν σημαίνει ότι παύει να πληγώνεται από αυτή. Το ότι αγαπά βαθιά δεν σημαίνει ότι οι ανάγκες του γίνονται αυτομάτως μικρότερες.

Οπότε, η αμοιβαιότητα δεν ζητά δύο ανθρώπους ίδιους, ούτε παρόμοιες εκδηλώσεις αγάπης ή μια καθημερινή ισορροπία πενήντα-πενήντα. Ζητά κάτι πολύ πιο ανθρώπινο. Να υπάρχει η αίσθηση ότι και οι δύο βρίσκονται μέσα στη σχέση. Ότι όταν ο ένας κουράζεται, υπάρχει κάπου να ακουμπήσει. Να μιλά χωρίς να αισθάνεται ότι γίνεται βάρος. Πως οι ανάγκες του δεν αντιμετωπίζονται ως υπερβολές κάθε φορά που δεν βολεύουν τον άλλον. Ότι δεν χρειάζεται να αποδεικνύει συνεχώς γιατί αξίζει φροντίδα, ενδιαφέρον και συνέπεια.

Κυρίως, ότι δεν χρειάζεται να μικραίνει για να χωρέσει σε όσα ο άλλος είναι πρόθυμος να δώσει. Μια σχέση μπορεί να περάσει περιόδους μεγάλης ανισορροπίας και να παραμένει βαθιά αμοιβαία. Αρκεί εκείνος που σήμερα δεν μπορεί να δώσει το ίδιο, να εξακολουθεί να βλέπει τον άνθρωπο που δίνει, να αναγνωρίζει, να ενδιαφέρεται και να επιστρέφει, όχι επειδή χρωστάει αλλά επειδή το νιώθει.

Ίσως τελικά η αμοιβαιότητα να μη φαίνεται τόσο στις εύκολες ημέρες. Εκεί η παρουσία κοστίζει λιγότερο. Φαίνεται περισσότερο στις στιγμές που κάποιος δεν έχει τίποτα σπουδαίο να προσφέρει πέρα από την παρουσία του και, παρ’ όλα αυτά, επιλέγει να παραμείνει εκεί επειδή ο άνθρωπος απέναντί του έχει σημασία. Μία ουσιαστική σχέση δεν χρειάζεται δύο ανθρώπους που δίνουν πάντοτε ακριβώς το ίδιο, χρειάζεται ανθρώπους που, ακόμη κι όταν για λίγο ο ένας κρατά περισσότερο βάρος, δεν τον αφήνει ο άλλος να αισθανθεί ότι το κουβαλά μόνος του.

Συντάκτης: Λητώ Ροδίτη