Τα μεγάλα πάθη, αυτά που παίρνουν μία με την πρώτη κι ανυψώνονται και φεύγουν για κάπου στ’ άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, είναι σχεδόν σίγουρο πως θ’ ακολουθήσουν παρόμοια φευγάτη καθοδική κίνηση σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Φταίει η φλόγα, που πόσο να καίει, φταίει το μάτι, που ζηλεύει ο κόσμος και γλωσσοτρώει όποιον πάει να ευτυχήσει, φταις εσύ που βαριέσαι και ξενερώνεις εύκολα, κανείς δεν ξέρει.

Αλλά ως γνωστόν, όσο μεγαλύτερο το πάθος, τόσο μεγαλύτερη κι η απομυθοποίηση, δεν το ξέρεις; Φοβού το αίσθημα. Έτσι δε λένε; Το ρολόι θα χτυπήσει περίπου στις δώδεκα κι ύστερα θα δεις πως μάλλον είχες πιει πολύ κι έδωσες τον αριθμό σου στον λάθος τύπο.

Η βλακεία είναι ότι βιάστηκες να το διαδώσεις. Φίλοι, συγγενείς, συνάδελφοι. Αυτό, τ’ ότι ο έρωτας δεν κρύβεται, μεγάλη αλήθεια. Κοίτα, που θα ‘πρεπε όμως. Αλλά κι εσύ βέβαια, βιάστηκες να τις εκατοστίσεις τις ελπίδες σου. Μέχρι και διακοπές κανόνισες για το καλοκαίρι.

Ήταν όλο ευγένεια, δε βρήκες ούτε ένα ψεγάδι. Ποιος θα το πιστέψει; Έχετε σχεδόν τα ίδια ενδιαφέροντα, σιχαίνεστε –στο περίπου– τα ίδια πράγματα, ήταν ξεκάθαρα γραφτό.

Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος, ασυζητητί. Δε θα μπορούσε άλλωστε, να ‘ταν αλλιώς.  Σ’ αυτά, ξέρεις, δεν πρέπει να περιμένεις. Απλώς προχωράς κι αν είσαι τυχερός, δε θα χρειαστεί να πάρεις σκούπα να σκουπίσεις τα κομμάτια σου ούτε, ας πούμε, να πεις πως ο έρωτάς σου κατέληξε πάλι τραγικός.

Και περνάνε οι μέρες, περνάει ο καιρός. Δένεσαι. Δένεσαι με το πριν, κατάλαβες; Μ’ αυτό που γνώρισες. Στον καιρό μέσα οι άνθρωποι αλλάζουν. Κι εσύ ακόμα άλλαξες. Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο έντονο άλλα και σ’ όλες τις σχέσεις το ίδιο γίνεται.

Κι όταν λέμε άλλαξες, τι εννοείς; Απλά αφέθηκες, δεν είσαι σφιγμένος, δεν προσπαθείς να το παίξεις μούρη κι όχι δε μαγειρεύεις, ούτε σκουπίζεις, ούτε νοικοκυριό κάνεις μες στο σπίτι, ούτε είσαι τόσο καλός, όσο άφησες να εννοηθεί.

Επειδή, όμως, το έδειξες, πρέπει και να γίνεις. Γιατί αυτό έγινε τώρα προσδοκία. Ανόητη προσδοκία. Ύστερα, είναι όλα αυτά που βλέπεις εσύ· τα ψέματα, οι υστερίες, οι ζήλιες. Τελικά, κανείς και τίποτα δεν αλλάζει.

Μπορεί και να βιάστηκες. Δηλαδή, είναι μια εκδοχή. Ίσως να ήτανε ο ενθουσιασμός σου, ή τ’ ότι όλα γίνανε τόσο γρήγορα κι ίσως, τέλος πάντων, να κάηκε πριν την ώρα του. Απίθανο, νομίζεις, είναι;

Κι αυτό είναι το πρόβλημα με τους έρωτες που ξεκινούν με τέρμα τα γκάζια. Τα καύσιμα εξαντλούνται κάπου στη μέση. Και συνήθως έχουν και λάθος προορισμό. Αποφασίζουν χωρίς δεύτερη σκέψη κι όταν φτάνουν εκεί συνειδητοποιούν πως ‘στρίψαν λάθος.

Εν πάση περιπτώσει, το παίρνεις απόφαση. Δεν ερωτεύτηκες μια ουσία και τα μεγάλα λόγια στην αρχή μιας σχέσης είναι λάθος. Ερωτεύτηκες αυτό που γνώρισες εκείνο το μοιραίο μεθυσμένο βράδυ ή τ’ αυγουστιάτικο ηλιόλουστο μεσημέρι. Κλισεδιά; Το ίδιο και παρόμοιου τύπου σχέσεις.

Ξέρεις τι φταίει; Τ’ ότι στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, τα μεγάλα πάθη ξεκινούν από μια έντρομη ανάγκη σωτηρίας. Έχεις κάτι ακάλυπτο, αυτά μπορούν να στο συμπληρώσουν κι υποσυνείδητα εσύ στρέφεσαι προς αυτά.

Διατίθεσαι να κάνεις τα στραβά μάτια, χωρίς βέβαια καμία ιδιαίτερη προσπάθεια και φιλτράρεις τα πάντα όπως θα ήθελες εσύ να τα δεις. Βλέπεις κάποιον ωραίο απλά και μόνο επειδή έχεις ανάγκη να το κάνεις. Με λίγα λόγια, η αντικειμενικότητά σου είναι αμφίβολη.

Και θα ‘πρεπε να ‘ναι. Αν οι άνθρωποι δε βιάζονταν τόσο να μπλεχτούν σε σχέσεις και να βρούνε ταίρια, τα πράγματα θα ‘τανε απλούστερα. Να βρεις έναν έρωτα, κατά προτίμηση μεγάλο και που να μη σου δημιουργεί και προβλήματα. Η πραγματικότητα στέλνει στα τσακίδια όλα τα παραπάνω. Εσύ;

 

Συντάκτης: Αναστασία Θεοφανίδου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη