Στα 3 eBook το 1 δώρο με το εκπτωτικό κουπόνι 3for2! Ανακάλυψέ τα!

photo-1494517

Ένα απ’ τα πιο συναρπαστικά πράγματα στη ζωή ενός ανθρώπου είναι το γεγονός ότι αλλάζουν τα δεδομένα. Αναλογικά με την ηλικία και τις αποφάσεις μας, περνάμε από διάφορα στάδια, ακόμα κι αν ενίοτε δε θέλουμε. Αδιαμφισβήτητα, είναι καλό να υπάρχουν αλλαγές στην καθημερινότητά μας∙ αν όλη μας η ζωή κινούταν σε μία ίσια σταθερή γραμμή, άλλωστε, όλα θα ήταν πολύ βαρετά και κάποτε ανούσια.

Επειδή, όμως, αδυνατούμε να αντιληφθούμε τη σημαντικότητα των αλλαγών την προκειμένη στιγμή, τη θέση του ενθουσιασμού μέσα μας έρχεται να πάρει το άγχος και τα παρελκόμενα δυσάρεστα συναισθήματα. Παρακάτω, λοιπόν, βρίσκονται  6 περιπτώσεις μετάβασής μας από ένα στάδιο σ’ ένα άλλο που προκαλούν αμετρίαστο άγχος.

 

1. Από οποιαδήποτε σε οποιαδήποτε εκπαιδευτική βαθμίδα

Ίσως είναι το πρώτο είδος άγχους μεταβατικότητας που βιώνει κάποιος, καθώς το σχολείο είναι το πρώτο μοντέλο της κοινωνίας, στην οποία ο καθένας καλείται να δράσει και να αντεπεξέλθει, ενώ αποτελεί κι έναν απ’ τους πρωταρχικούς παράγοντες κοινωνικοποίησης. Όλοι θυμόμαστε το πόσο φοβηθήκαμε για το τι θα συναντήσουμε, τόσο σε επίπεδο δυσκολίας των μαθημάτων, όσο και σε επίπεδο κοινωνικότητας. Μερικοί ήταν αρκετά τυχεροί ώστε να έχουν συνοδοιπόρους την παρέα τους σε όλα τα σχολικά ή και ακαδημαϊκά χρόνια, ενώ μερικοί άλλοι ήταν υπερβολικά τυχεροί που έκαναν μια ακόμη όμορφη παρέα. Πάντοτε, μέχρι να οικειοποιηθούμε λίγο το νέο περιβάλλον ζοριζόμαστε. Μόλις περάσει ο φόβος για το άγνωστο και την έκθεσή μας σ’ αυτό, βλέπουμε ότι δεν υπήρχε λόγος να αισθανόμαστε έτσι.

 

2. Από την παρέα μας στην αναζήτηση μιας άλλης

Λέγεται πως οι μακρόχρονες φιλίες έχουν γερά θεμέλια και θα πρέπει να υπάρχει ένας πολύ σοβαρός λόγος για να φτάσουν σε σημείο να διαλυθούν. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις προκύπτει με τον καιρό να αλλάζουμε μέσα μας εμείς κι οι φίλοι μας, οπότε να μην υπάρχουν κοινές τομές κι απλά η παρέα μας να μην αφήνει τα ίδια συναισθήματα. Θα χαλαρώσουν σιγά-σιγά οι δεσμοί, ώσπου θα κατανοήσουμε ότι χρειάζεται να διευρύνουμε λίγο το κοινωνικό μας πεδίο. Αυτό δε θα μπορούσε να σημαίνει ότι θα υπάρχει παρεξήγηση μεταξύ των παλιών φίλων, επειδή κάποιος ενδέχεται να έμεινε «ξεκρέμαστος» ή δημιουργήθηκε χωρίς πρόθεση ένα συναισθηματικό κενό. Είναι σίγουρα κρίμα, αλλά πάντα μπορούμε να κρατάμε λίγο χώρο και για τους νέους και για τους παλιούς φίλους.

 

3. Από το παλιό σπίτι σ’ ένα νέο

Όποια κι αν είναι η αιτία της μετακόμισης, είναι μεγάλο φορτίο η διαδικασία και πρακτικά και ψυχολογικά. Δεν είναι τόσο οι κούτες κι η μεταφορά τους που μάς προκαλούν στρες, ούτε κλαίμε για τα ντουβάρια! Είναι το συναισθηματικό δέσιμο που είχαμε με το σπίτι που διαμέναμε, οι όμορφες αναμνήσεις σ’ εκείνο, το ότι βρήκαμε την ισορροπία μας, ακόμα και με τους πιο παράξενους ή ενοχλητικούς γείτονες. Τείνουμε να επικεντρωνόμαστε λανθασμένα στα θετικά του παλιού σπιτιού, αντί σ’ αυτά του νέου. Ομολογουμένως, αναγκαζόμαστε να βγούμε απ’ τη βολή μας, αλλά είναι πολύ μικρός ο λόγος για ένα τόσο μεγάλο δράμα. Άλλωστε, εμείς δημιουργούμε συναισθήματα στο σπίτι, όχι το σπίτι σ’ εμάς!

 

4. Από τον παλιό χώρο εργασίας σ’ έναν νέο

Είναι πολύ δύσκολο να αποχωρήσουμε από έναν χώρο εργασίας, είτε επικρατούσε το κλίμα που επιθυμούσαμε είτε όχι. Αν τα πράγματα δεν ήταν κι ιδανικά, παραμείναμε από συνήθεια, ανάγκη ή λόγω αποθεμάτων αντοχής, έως ότου ήρθε η στιγμή να προσαρμοστούμε σε νέα δεδομένα. Στην αρχή, είναι πολύ λογικό να νιώθουμε εκτός της ομάδας των συναδέλφων και να είμαστε πολύ προσεκτικοί στις εργασίες που μάς αναθέτει ο εργοδότης, αλλά είναι θέμα χρόνου να ενταχθούμε στην ομάδα και να αποκτήσουμε αυτοπεποίθηση στο αντικείμενο. Δεν είναι λογικό να κάνουμε υπερπροσπάθειες για να πλησιάσουμε τους συναδέλφους, καθώς θα συμβεί αυτόματα με την καθημερινή τριβή. Ούτε, φυσικά, χρειάζεται να φαινόμαστε υπεράνθρωποι στον εργοδότη, καθώς δείχνει ήδη πίστη σ’ εμάς, με το να μάς επιλέξει για τη θέση.

 

5. Από την ερωτική δέσμευση στην αποδέσμευση

Καταντάμε γραφικοί πια λέγοντας ότι συχνά οι σχέσεις μας κάνουν τον κύκλο τους και κάποτε θα ξαναγίνουμε singles. Είναι κατανοητό πως αυτό τό βρίσκουν λίγο τρομαχτικό οι άνθρωποι που διαμόρφωσαν μια καθημερινότητα μ’ έναν σύντροφο, αφού με την απουσία αυτού θα αλλάξουν πολλά πράγματα. Ειδικά, αν υπάρχουν ακόμα συναισθήματα και δεν υπήρχε η επιθυμία αμφοτέρων των πλευρών για χωρισμό, δημιουργείται μεγάλη πίκρα! Σε κάποιες περιπτώσεις, κατά βάθος, απασχολεί μόνο το ότι αλλάζει μια συνήθειά μας και ξεβολευόμαστε. Και στις δύο εκφάνσεις αυτής της μετάβασης, γεννιούνται τα ερωτήματα του πώς θα κάνουμε κάτι ή τι θα γίνει χωρίς τον πρώην σύντροφο και γι’ αυτό συγχυζόμαστε. Αυτή η μεταβατική περίοδος όμως είναι καλή για να ανασυγκροτηθούμε και να πάρουμε τον χρόνο μας, ώστε να είμαστε έτοιμοι για την επόμενη σχέση, όποτε προκύψει.

 

6. Από τη μοναχικότητα στη συντροφικότητα

Ύστερα από μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα της προηγούμενής μας σχέσης, συνειδητοποιούμε ότι δημιουργούμε μια νέα σχέση. Μπορεί να μοιάζει λίγο παράλογο αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινό. Κυρίως, αγχωνόμαστε για το αν θα χρειαστεί να θυσιάσουμε πράγματα γι’ αυτήν τη σχέση, αν θα νιώσουμε μελλοντικά ότι πνιγόμαστε κι αν θα υπάρχουν προσδοκίες που δεν μπορούμε να φτάσουμε. Αυτό μπορεί να είναι δείγμα για το ότι δεν είμαστε ακόμη ψυχολογικά έτοιμοι για το επόμενο βήμα ή για το ότι φταίει το κεφάλι μας που ψάχνει παντού το κακό. Δε μάς ωφελεί πάντως να προτρέχουμε ή και να προδικάζουμε καταστάσεις.

 

Καλώς ή κακώς, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα μπορούν να αναποδογυρίσουν σε λεπτά ή ακόμα και σε δευτερόλεπτα. Υπάρχει μια σκέψη για το ότι θα ήταν ιδανικό να ελέγχαμε το πότε θα μάς προκύψει το καθετί, ώστε να μας βρίσκει έτοιμους από κάθε άποψη. Βλέποντάς το ρεαλιστικά, όμως, πολύ δύσκολα θα μπορούσαμε να σχεδιάσουμε τις κινήσεις μας για κάτι, χωρίς να το βιώνουμε. Επομένως, η καλύτερη λύση φαίνεται πως είναι να αφεθούμε στη ροή των πραγμάτων και να πάψουμε να τρωγόμαστε μέσα μας για οτιδήποτε δεν είναι στο χέρι μας. Πάντα στο τέλος όλα δρομολογούνται και πηγαίνουν καλά∙ κι αν τελικά δεν πάνε, δεν πειράζει!

Συντάκτης: Ελένη Βαλαβάνη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου