Αν μπορούσα να περιγράψω με μία λέξη αυτό που ζω τα τελευταία χρόνια, θα έλεγα πως είναι ένα μαρτύριο. Ζω μόνο για να τρώω και να πιάνω χώρο στο κρεβάτι. Έτσι νιώθω. Δεν είμαι σε θέση να ελέγξω τον ίδιο μου τον εαυτό. Κάθε πρωί καταναλώνω άπειρες θερμίδες, χωρίς καν να πεινάω.

Αν μ’ ακούς εσύ εκεί έξω, σε παρακαλώ, βοήθησέ με. Δείξε μου ποια στροφή πρέπει να πάρω για να βγω απ’ το αδιέξοδό μου. Είναι όλα πολύ σκοτεινά και δεν έχω την ικανότητα να πάω πουθενά. Τα τελευταία χρόνια είμαι εγκλωβισμένη εδώ, και κανείς δεν έχει καταφέρει να με απεγκλωβίσει. Σε παρακαλώ, άκουσέ με και κάνε κάτι να αλλάξει αυτό.

Κουράστηκα να ξυπνάω το πρωί και το μόνο που θα ‘χω στο μυαλό μου, μέχρι να ξαναξυπνήσω το άλλο πρωί, να ‘ναι το φαγητό. Ανοίγω το ψυγείο και τρώω μέχρι και το τελευταίο ψίχουλο. Μετά ανοίγω το ντουλάπι με τις λιχουδιές και μέχρι το απόγευμα έχει εξαφανιστεί κι η τελευταία σοκολάτα. Οι επισκέψεις μου στην τουαλέτα μέσα στην ημέρα πιάνουν σίγουρα διψήφιο αριθμό, χωρίς καν να μετρήσω τις φυσιολογικές ανάγκες μου. Ο εμετός είναι ο καλύτερός μου φίλος και συναντιέμαι μαζί του μετά από κάθε γεύμα. Μη νομίζεις ότι υπερβάλλω. Δεν το λέω για να τραβήξω την προσοχή σου. Είναι η πραγματικότητα που βιώνω κι επειδή, όσο κι αν έχω προσπαθήσει, δεν μπορώ να την αλλάξω, αποφάσισα να την φωνάξω δυνατά.

Λένε «Σιγά, πώς κάνεις έτσι; Απλά φάε λιγότερο», και ποιος τους είπε ότι αυτό δεν το ‘χω σκεφτεί κι εγώ; Μα η σκέψη απ’ την πράξη απέχει πραγματικά πολύ. Δεν είναι καθόλου εύκολο να σταματήσω να τρώω. Αναρωτιέστε γιατί τρώω; Γιατί απλά τρώω. Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη απάντηση. Απλά δεν μπορώ να σταματήσω. Έχω φτάσει σε σημείο να φάω μέχρι κι αλεύρι με νερό. Μη σου φαίνεται περίεργο. Δεν τρώω από ευχαρίστηση. Είναι μία φυσιολογική διαδικασία για εμένα που πρέπει απλά να συμβεί, όπως είναι για εσένα το να πιεις νερό ή να ντυθείς πριν φύγεις απ’ το σπίτι. Απλά μετά από κάθε γεύμα (μικρό ή μεγάλο δεν έχει σημασία), ίσως κι ενδιάμεσα, ακολουθεί ο εμετός και φυσικά η ζυγαριά, η οποία μου είναι άκρως απαραίτητη.

Είναι αδιανόητο να υπάρξω χωρίς ζυγαριά για πάνω από 6 ώρες. Δεν μπορώ να δεχτώ να πάρω και το παραμικρό γραμμάριο, γι’ αυτό και καταφεύγω στη λύση του εμετού και των καθαρτικών καθημερινά. Ντρέπομαι να πάω στο φαρμακείο και να τα ζητήσω, γι’ αυτό και κάθε φορά πηγαίνω σε διαφορετική περιοχή και σκαρφίζομαι ένα σωρό ψέματα. Και μετά γυρίζω σπίτι και κλαίω. «Γιατί άφησες τον εαυτό σου να φτάσει σ’ αυτό το σημείο» αναρωτιέμαι –πολλές φορές και δυνατά– ανάμεσα στους λυγμούς.

Τον πρώτο καιρό που η βουλιμία μου χτύπησε τη πόρτα –ναι, δυστυχώς είμαι βουλιμική– και πήγαινα με τους φίλους μου έξω σε κάποια ταβέρνα, παράγγελνα σχεδόν όλο τον κατάλογο. Και φυσικά δεν άφηνα κανένα πιάτο γεμάτο. Αν κάποιο δε χωρούσε στο στομάχι μου, μεταφερόμουν, χωρίς δισταγμό, στην τουαλέτα για να κάνω χώρο. Αναρωτιέστε γιατί χρησιμοποιώ παρελθοντικό χρόνο; Νομίζω είναι προφανές. Δεν έχω πια φίλους, δεν πηγαίνω πια βόλτες, δεν έχω πια αγόρι… Νιώθω μόνη κι είμαι μόνη.

Το ξέρω πως ακόμα κι οι δικοί μου άνθρωποι απλώς με ανέχονται, γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Είναι υποχρεωμένοι να νοιάζονται για ‘μένα, παρόλο που στην πραγματικότητα δεν έχουν κάνει και πολλά για να με βγάλουν απ’ το αδιέξοδο. Με έστειλαν και σε κάνα-δυο ψυχολόγους κι αυτό για να πουν ότι προσπάθησαν για ‘μένα. Πρέπει να τα ‘χουν καλά με τον εαυτό τους.

Μα εκείνο που όφειλαν να προσμετρήσουν είναι ότι είναι δυσεύρετο να ταιριάξεις με έναν ψυχολόγο και να τον εμπιστευτείς πραγματικά. Μπορεί να καταλάβει την πραγματική αιτία που εγώ τρώω; Μπορεί να αντιληφθεί πως για εμένα το φαγητό –ό,τι κι αν είναι αυτό– είναι ό,τι πιο σημαντικό έχω στη ζωή μου και δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό; Θα είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ και να ‘χω στο μυαλό μου ότι πήρα έστω κι ένα γραμμάριο; Αν η ζυγαριά δε φτάσει στην πρωινή ένδειξη, δε θα κοιμηθώ και πίστεψέ με, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα φτάσει. Ίσως χρειαστεί στις 3 το πρωί να κάνω διάδρομο για δυο ώρες ασταμάτητα, ίσως χρειαστεί να επιστρέψω στην τουαλέτα, πάντως θα φτάσει κι όταν φτάσει θα μπορέσω να φάω λίγο ακόμα. Κι όλο αυτό δε σταματάει ποτέ.

Δεν αντέχω άλλο αυτή τη κατάσταση. Προσπαθώ, μα δεν μπορώ.  Οι δυνάμεις μου με εγκαταλείπουν, τα μαλλιά μου έχουν αραιώσει, τα δόντια μου είναι σε άθλια κατάσταση. Είμαι μόνη και κανείς δεν έχει τη διάθεση να μου δώσει τη βοήθεια που έχω ανάγκη…

 

Συντάκτης: Ιωάννα Αποστολάκου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη