Υπάρχει ένας άνθρωπος, κάπου εκεί έξω, που θα γυρίσει σπίτι του αργά τη νύχτα, εξαντλημένος και κουρασμένος, και δε θα παραγγείλει κινέζικο ούτε θα ξαπλώσει στον γωνιακό του καναπέ να δει τη νέα μεγάλη επιτυχία του Netflix. Θα μπει στο σπίτι του, θα κάνει ένα ζεστό μπάνιο και, κατόπιν, θα αρχίσει να μαγειρεύει το λουκούλλειο γεύμα του. Δεν είναι fit. Ούτε προσπαθεί να γίνει. Αυτός ο άνθρωπος, την επόμενη μέρα, όταν ανοίξει το ψυγείο για να πάρει από μέσα το τάπερ με τα σουτζουκάκια, δε θα φάει όρθιος στον πάγκο της κουζίνας. Θα στρώσει το τραπεζομάντηλο στο μεγάλο, στρογγυλό τραπέζι της τραπεζαρίας, θα βάλει δεξιά και αριστερά τα μαχαιροπίρουνα και μία καρό χαρτοπετσέτα και θα κάτσει να απολαύσει το φαγητό του. Δεν περιμένει παρέα. Ούτε γιορτάζει κάτι.
Αυτός ο ίδιος άνθρωπος, στα γενέθλιά σου, δε θα σου στείλει ένα τυπικό «Χρόνια πολλά». Θα σου γράψει κάτι που θυμάται μόνον όποιος σε έχει προσέξει πραγματικά. Θα σου στείλει ένα μήνυμα από το οποίο θα αναβλύζουν η τρυφερότητα και το νοιάξιμο. Το «Χρόνια πολλά» θα είναι η λιγότερο ενδιαφέρουσα ευχή.
Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι παράξενος. Ούτε βαθιά συγκινησιακός.
Είναι κάποιος που ράβει το αναγκαίο και, ταυτόχρονα, κεντά και τη δαντέλα. Δεν κάνει κάτι απλά για να το κάνει. Ό,τι κάνει, το φροντίζει. Το περιποιείται. Το ομορφαίνει. Ή κάνει με ενθουσιασμό αυτό που αποφάσισε (ή του ’λαχε) να κάνει ή δεν το κάνει καθόλου.
Ξέρετε, σε έναν κόσμο που όλα γίνονται «στο πόδι» και διεκπεραιωτικά, το να αφιερώσεις χρόνο για να κεντήσεις τη δαντέλα, δηλαδή να ομορφύνεις εκείνο με το οποίο καταπιάνεσαι, είναι σχεδόν επαναστατικό.
Γιατί δε μιλάμε για ανθρώπους που φροντίζουν τους άλλους. Μιλάμε για ανθρώπους που φροντίζουν τον εαυτό τους – ανθρώπους που αρνούνται να αφήσουν τη ζωή τους να γίνει άχρωμη επειδή η καθημερινότητα τρέχει. Η «δαντέλα» –η ομορφιά– είναι ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουν να κατοικούν τη ζωή τους. Δεν είναι ότι έχουν περισσότερο χρόνο από τους υπόλοιπους. Δεν είναι ότι η ζωή τους είναι πιο εύκολη. Έχουν κι αυτοί δουλειές που πρέπει να γίνουν. Λογαριασμούς που πρέπει να πληρωθούν. Υποχρεώσεις. Κούραση. Κακές μέρες. Νεύρα. Παιδιά που δε συνεργάζονται, γονείς που μεγαλώνουν, συντρόφους που δεν προλαβαίνουν να δουν. Απλώς, κάπως, μέσα σε όλα αυτά, δεν ξεχνούν να ζήσουν. Δεν αφήνουν την καθημερινότητα να τους παρασύρει τόσο, ώστε στο τέλος της ημέρας να αναρωτιούνται πού πήγε η μέρα. Μπορεί να γυρίσουν αργά στο σπίτι και να βάλουν μουσική ενώ μαγειρεύουν. Να κάνουν ένα ζεστό μπάνιο και να αρωματιστούν, αντί να σκρολάρουν στο κινητό, βυθισμένοι στον καναπέ τους.
Αυτοί οι άνθρωποι –οι τσαχπίνηδες της διπλανής πόρτας– θα αγοράσουν λουλούδια χωρίς να περιμένουν κάποιον να τους τα χαρίσει. Θα βγουν στο μικρό τους μπαλκονάκι ένα πρωινό του Φλεβάρη να απολαύσουν τον ζεστό καφέ τους. Θα στρώσουν τραπέζι για τον εαυτό τους. Θα φορέσουν το ωραίο τους πουκάμισο για να πάνε σούπερ μάρκετ. Θα ανοίξουν ένα μπουκάλι κρασί, ακόμη κι αν είναι Τρίτη. Θα κάνουν μια διαδρομή λίγο μεγαλύτερη –κι ας πήξουν στην κίνηση– για να προλάβουν να ακούσουν το αγαπημένο τους τραγούδι. Θα πάρουν παγωτό επιστρέφοντας από τη δουλειά. Θα κάτσουν σε ένα παγκάκι και θα κοιτάξουν τον κόσμο να περνάει. Θα διαβάσουν δέκα σελίδες ενός βιβλίου πριν κοιμηθούν, ακόμη και αν τα βλέφαρά τους τα νιώθουν βαριά, έτοιμα να κλείσουν.
Δεν είναι σπατάλη χρόνου αυτά. Δεν είναι πολυτέλειες.
Είναι ο τρόπος τους να μην αφήσουν τον χρόνο να τους καταπιεί.
Γιατί υπάρχει ένας λάκκος, στον οποίο όλοι μας, κάποια στιγμή, πέφτουμε. Πιστεύουμε ότι όλα θα τα κάνουμε, όλα θα τα προλάβουμε, όλα θα τα ζήσουμε, όταν φτάσει εκείνη η έρμη η ώρα. Ποια είναι, άραγε, αυτή η ώρα; Αργότερα. Αργότερα θα ξεκουραστείς. Αργότερα θα ταξιδέψεις. Αργότερα θα βγεις. Αργότερα θα φορέσεις εκείνο το φόρεμα που τόσο πολύ σου πάει. Αργότερα θα καθίσεις να διαβάσεις, όταν θα είσαι ήρεμος και συγκεντρωμένος. Αργότερα θα φροντίσεις λίγο περισσότερο τον εαυτό σου. Αργότερα θα ζήσεις. Αργότερα.
Πόσοι άνθρωποι στον κόσμο δεν σκέφτονται έτσι;
Όμως, εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν να βιώνουν τη ζωή τους. Να μην τη ζουν απλά. Ξέρουν να μην την αφήνουν να φεύγει κι εκείνοι, σαν παθητικοί θεατές, να κοιτούν το τρένο να περνάει από μπροστά τους. Ξέρουν να κάνουν μεγάλη μια μικρή στιγμή.
Ένα βραδινό φαγητό. Ένα καθαρό σπίτι. Ένα κερί αναμμένο στην κουζίνα. Μια Κυριακή χωρίς πρόγραμμα. Ένα τραγούδι που ακούγεται δυνατά ενώ μαγειρεύουν. Ένα βιβλίο στο κομοδίνο. Ένα ωραίο πιάτο, ακόμη κι αν έχει μέσα τα χθεσινά μακαρόνια. Μια βόλτα χωρίς προορισμό. Έναν καφέ που δεν πίνεται όρθιος. Δυο λόγια που δεν ακούν, αλλά αφουγκράζονται. Έναν άνθρωπο που δεν κοιτούν, αλλά βλέπουν.
Δεν κάνουν τη ζωή τους εντυπωσιακή. Την κάνουν δική τους. Και ίσως αυτή να είναι η ουσία.
Να μη ζεις μόνο για τις μέρες που αξίζει να θυμάσαι. Να δίνεις αξία και στις μέρες που, αν δεν προσέξεις, θα περάσουν χωρίς να τις καταλάβεις. Να μη λες «είναι απλώς μια Τρίτη». Να λες «είναι η Τρίτη μου». Και να της δίνεις κάτι. Ένα ωραίο φαγητό. Ένα ποτήρι κρασί. Μισή ώρα στον ήλιο. Ένα τηλεφώνημα. Ένα καθαρό σεντόνι. Ένα λουλούδι. Ένα τραγούδι.
Μην περιμένεις όλη τη βδομάδα να ξημερώσει η Παρασκευή. Μη ζεις όλον τον χρόνο για εκείνες τις 10 μέρες που θα φύγεις διακοπές.
Η ζωή δεν σταματά για κανέναν. Προχωρά. Ας μην προχωρά ερήμην σου.
Η ζωή μας προχωρά ακόμη και όταν μετράμε τα λεπτά στην ουρά για τον ΕΦΚΑ. Όταν περιμένουμε μέσα στη βροχή το λεωφορείο να περάσει. Όταν γυρνάμε στο σπίτι και αντικρίζουμε μία στοίβα άπλυτα πιάτα.
Όμως, είναι κρίμα. Είναι άδικο να κατσουφιάζουμε, να μιζεριάζουμε και να αρνούμαστε να ζήσουμε, γιατί τα πράγματα δεν πάνε έτσι όπως είχαμε ονειρευτεί.
Γι’ αυτό μου αρέσουν οι άνθρωποι που δε βιάζονται να τελειώσουν τη ζωή τους.
Που δεν τρώνε πάντα βιαστικά. Που δεν πίνουν πάντα βιαστικά. Που δεν περιμένουν να έρθει κάτι σπουδαίο για να χαρούν. Που ξέρουν ότι ένα νόστιμο και περιποιημένο πρωινό δε χρειάζεται να είναι στο ξενοδοχείο που έκλεισες για τον Αύγουστο. Που ξέρουν ότι ένα ωραίο βράδυ δε χρειάζεται να είναι Παρασκευή.
Οι άνθρωποι αυτοί δε βιάζονται. Ακόμη και αν βιάζονται, δε βιάζονται.
Υπάρχουν, αλήθεια, πιο γοητευτικοί άνθρωποι εκεί έξω;
