Τi κι αν ο κόσμος γύρω σου έχει γίνει όπως έχει γίνει; Το μόνο που ενδιαφέρει πλέον τον καθέναν είναι πώς θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί το διπλανό του, το φίλο του, το σύντροφό του. Έναν κόσμο τόσο άρρωστο και διεστραμμένο, που όλες οι επιθυμίες και τα πιστεύω του περιστρέφονται γύρω από υλικά αγαθά, απολαύσεις της μιας νύχτας κι άδειες εμπειρίες, που το μόνο που καταφέρνουν είναι να παρέχουν άλλη μια δόση “μαστούρας” σ’ αυτό το μικρό παιδί μέσα μας, που ονομάζεται εγωισμός.

Πώς θ’ αγοράσω το καινούργιο κινητό που είδα στη βιτρίνα, πώς θα γίνει να την πάω σπίτι μου για ένα βράδυ χωρίς πολλά-πολλά, πώς να φτιάξω το μαλλί μου για να με προσέξουν πέντε-δέκα άγνωστοι στην καφετέρια που συχνάζω; Πώς; Ένας αγώνας ηλιθίων που το μόνο που ‘χει σαν αποτέλεσμα είναι να γινόμαστε ένα με το κοπάδι προβάτων και να χάνουμε την ουσία των πραγμάτων στη ζωή. Άνθρωποι που φορούν τις παρωπίδες σαν καπέλο το καλοκαίρι και σαν μπουφάν τον χειμώνα.

Ευτυχώς, όμως, υπάρχει κι η άλλη όψη του νομίσματος. Εγώ, εσύ κι ο καθένας μας που προτίμησε να παραμείνει ρομαντικός και να δει την πραγματική ομορφιά γύρω του, χωρίς να χρειαστεί ν’ αποδείξει σε κανέναν τίποτα. Είμαστε κι εμείς που θα φορέσουμε μια πρόχειρη φόρμα κι ένα T-shirt και θα πάρουμε έναν καφέ στο χέρι για μια βόλτα ένα ηλιόλουστο πρωινό της άνοιξης, να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας. Που θ’ ακούσουμε ένα τραγούδι δεκαετίας του 80′ και θα μελαγχολήσουμε, άσχετα αν ήμασταν μικρά παιδιά τότε. Που αναπολούμε παλιές στιγμές κι έρωτες που πέρασαν, με την πρώτη ευκαιρία που μας δίνεται.

Εμείς οι ρομαντικοί, που θα στηριχτούμε σ’ ανθρώπους τόσο γερά, χωρίς αμφιβολίες και καχυποψίες μήπως μας κρεμάσουν με τη συμπεριφορά τους και τον ασταθή χαρακτήρα τους. Που δίνουμε, βρε παιδί μου, μια δεύτερη ευκαιρία σ’ ανθρώπους που δεν την άξιζαν, στην τελική. Που όταν πληγωνόμαστε, χαμογελάμε με καλοσύνη, λέγοντας κάθε φορά την ίδια χαζή δικαιολογία του δεν πειράζει.

Που θα περιμένουμε επίμονα, έστω και χωρίς αποτέλεσμα, αυτόν το μεγάλο έρωτα, που όλοι λίγο-πολύ έχουμε δει στις ταινίες, να μας βρει σ’ ένα σκοτεινό σοκάκι ένα βράδυ που θα κοπροσκυλιάζουμε μ’ έναν φίλο και να μας ταρακουνήσει συθέμελα, δίνοντας μια κλωτσιά στο παρελθόν και σ’ όλο το χρόνο που τον περιμέναμε, δικαιώνοντάς μας.

Φοράμε το χαμόγελό μας με τόση όρεξη καθημερινά, που κανένας και τίποτα δεν μπορεί να το ισοπεδώσει, όσο ηλίθια συμπεριφορά και να ‘χει. Το φοράμε σαν ασπίδα κι αυτό είναι. Μια ασπίδα διαφορετική απ’ όλες τις άλλες, αόρατη στο γυμνό μάτι, αλλά ορατή στο γύρω κόσμο, που το μεταφράζει σαν αυτοπεποίθηση. Ζούμε για τις εμπειρίες και τις συγκινήσεις όπως και να ‘ναι αυτές, όπως και να ‘ρθουν.

Καλές και κακές. Με σύμμαχο το πιο δυνατό μας όπλο, τα αισθήματα και τις αισθήσεις μας. Και τις πέντε, για να μην πω έξι. Κι όποιος απορήσει ποια είναι η έκτη, μάλλον δεν την έχει. Και μιλάω για την αντίληψη. Όχι τη συνηθισμένη, αλλά αυτή που ‘χεις με το τρίτο μάτι.
Το να ‘σαι ρομαντικός είναι τρόπος ζωής, αντίληψης και νοοτροπίας. Ο ρομαντικός σκέφτεται όπως κανένας άλλος, γιατί ή το ‘χεις ή όχι. Δεν μπορείς να ξυπνήσεις μια μέρα και να πεις ότι από σήμερα θα ‘σαι έτσι. Δε δουλεύει έτσι. Δε δουλεύει καθόλου, έτσι.

 

Επιμέλεια Κειμένου Παναγιώτη Καπτζιλή: Ιωάννα Κακούρη

Συντάκτης: Παναγιώτης Καπτζιλής