Ελεύθερη σχέση: Αυτή η περίεργη, ιδιαίτερη σχέση για πολλούς, στην οποία διατηρούμε μια ερωτική κυρίως επαφή και ξεκαθαρίζουμε τα όρια της αποκλειστικότητάς της. Σχεδόν σχέση, που θυμίζει λίγο το τραγούδι του Μαχαιρίτσα «βλεπόμαστε, φιλιόμαστε, αγαπιόμαστε, σε στιλ να μην ξεχνιόμαστε». Μέχρι εκεί, γιατί στις ελεύθερες σχέσεις υπάρχει ομερτά. Δε ρωτάμε, δε μας ενδιαφέρει τι κάνει ο άλλος στη ζωή του, ούτε καν αν υπάρχει κάποια σχέση, απαγορεύεται να ζηλεύουμε, να είμαστε κτητικοί και γενικώς κομμένες όλες οι απαιτήσεις.

Θ’ αναρωτιέστε φυσικά αν όλο αυτό μπορεί δουλέψει ως ρολόι ακριβείας. Όχι, καθώς πολύ συχνά ο ένας από τους δύο -αν η σχέση συνεχιστεί- το αποδέχεται σιωπηλά και μετά από καιρό αναζητά τη μετατροπή της ελεύθερης σχέσης σε σχέση αποκλειστικότητας. Δεν είναι παράλογο δεδομένου ότι όταν μια σχέση λειτουργεί καλά στο ερωτικό της κομμάτι, που είναι και το πρωτεύον της σχέσης, να θέλεις να την εξελίξεις και να την πας κι ένα βήμα παραπέρα. Πώς καταλαβαίνουμε ότι φτάσαμε στο παραπέρα;

 

 

Ωραίο μωρέ το καλό σ@ξ, αλλά υπάρχουν και συναισθήματα. Και φυσικά θα έπρεπε να το γνωρίζαμε καθώς οι ελεύθερες σχέσεις χρειάζονται ωριμότητα κι ειλικρίνεια. Τι συμβαίνει όμως όταν αρχίζει εκείνος ο φτερωτός θεούλης να θέλει να ρίξει το βέλος του; Τότε αισθανόμαστε πως θέλουμε να έχουμε παραπάνω δικαιώματα στη ζωή του άλλου, έχουμε ανάγκη συντροφικότητας, δε θέλουμε να σκορπίζουμε τη ζωή μας στην αναζήτηση νέων σχέσεων γιατί αισθανόμαστε πως ήδη ανήκουμε κάπου. Ίσως να έχουμε φτάσει στο σημείο που ενώ ξέραμε από την αρχή και συμβιβαστήκαμε έχοντας κρυφά την ελπίδα πως κάτι θ’ αλλάξει στην πορεία, δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε πλέον ως «ελεύθεροι» και ζητάμε να γίνουμε  «πολιορκημένοι».

Αν είμαστε από την πλευρά εκείνων που θέλει ν’ αλλάξει η μορφή της σχέσης και ν’ αποκτήσει αποκλειστικότητα πρωτίστως θα χρειαστούμε αρκετή υπομονή, ψυχραιμία και συνετή σκέψη χωρίς τελεσίγραφα. Μπορούμε να σταματήσουμε να προσφωνούμε τη σχέση μας ως ελεύθερη και να κάνουμε μικρά βήματα κάθε φορά που θα εκδηλώνουμε το ενδιαφέρον μας. Λίγη παραπάνω προσοχή και νοιάξιμο είναι μια καλή αρχή. Ίσως ένα μήνυμα τύπου «πώς είναι η μέρα σου;» ή «να προσέχεις για να σ’ έχω» να ήταν μια καλή αρχή. Στην αναζήτηση της αποκλειστικότητας μπαίνουμε σ’ ένα τριπάκι και ξεφεύγουμε θέλοντας να εισβάλουμε απότομα σε μια ζωή στην οποία μέχρι τώρα μπαίναμε με κωδικό ασφαλείας. Δε χρειάζεται να γίνουμε ξαφνικά μέρος της. Δεν ξεκινάμε τις ερωτήσεις, δεν πιέζουμε τις καταστάσεις. Άλλωστε, κάθε νέο στοιχείο είναι κι ένα δείγμα προς αξιολόγηση.

Αν θέλουμε να πάμε τη σχέση ένα βήμα παρακάτω ας σταματήσουμε να κάνουμε μόνο σ@ξ. Ας δοκιμάσουμε να κάνουμε έρωτα, έρωτα που εξημερώνει τα κορμιά και μας φέρνει πιο κοντά. Ο ουσιαστικός έρωτας ως πράξη μεταξύ δυο σωμάτων, είναι και μια κατάκτηση στο μυαλό και στην καρδιά των άλλων. Και φυσικά, στο τέλος, εκείνο που απομένει είναι η απόλυτη ειλικρίνεια με τη μορφή της εξομολόγησης. Αντιλαμβανόμαστε πως παίρνουμε μεγάλο ρίσκο ως προς το να διαλυθεί ό,τι έχουμε μεταξύ μας, αλλά τουλάχιστον θα έχουμε καταφέρει να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και να φύγουμε από μια σχέση που θα οδηγηθεί στην παθογένεια, με τον έναν να θέλει παραπάνω και τον άλλον να κάνει ότι δεν το βλέπει.

Στην αντίθετη πλευρά τώρα, αν αντιλαμβανόμαστε πως η σχέση οδεύει προς αποκλειστικότητα αλλά είμαστε ξεκάθαροι πως δε θέλουμε να συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε ξανά, με διαφορετικό τρόπο, μόλις αντιληφθούμε αλλαγή πλεύσης. Δεν είναι παράλογο να νιώθουμε πως δε θέλουμε δεσμεύσεις και δε χρειάζεται να δώσουμε εξηγήσεις. Είτε είμαστε σε μια κατάσταση δέσμευσης-φοβίας, είτε απλώς δε μας εμπνέει ο άλλος για κάτι παραπάνω, είναι σημαντικό να ειπωθεί το «δε θέλω σχέση». Όπως επίσης σημαντικό είναι να προβούμε σε αυτοπαρατήρηση, σχετικά με τον αν τηρούμε την παραπάνω δήλωση και με τις δικές μας πράξεις. Οι σχέσεις έχουν να κάνουν με συμβιβασμούς κι αμοιβαίες υποχωρήσεις. Όταν λοιπόν αντιλαμβανόμαστε πως δεν μπορούμε ν’ ανταπεξέλθουμε στην αλλαγή της σχέσης από ελεύθερη σε αποκλειστική θα πρέπει κι οφείλουμε να το ξεκαθαρίσουμε και να μη θέσουμε τον εγωισμό μας μπροστάρη στις ανάγκες μας.

Ίσως εν τέλει στις σχεδόν σχέσεις να λειτουργούμε με περισσότερο σεβασμό από τις συναισθηματικές σχέσεις. Γνωρίζουμε τα δεδομένα κι έτσι δε «μας παίρνει» να πούμε πως δεν ξέραμε τι θα συμβεί και στην τελική, πρέπει ν’ αποδεχθούμε πως είναι μια σχέση που δε θα θυμίζει ποτέ της κάτι απλό ή συνηθισμένο. Τα συμπεράσματα των επιλογών δικά σας.

 

Συντάκτης: Ταρασία Γεωργιάδου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου