Κάθομαι ψηλά στο Λυκαβηττό κι ονειρεύομαι, όπως όλοι όταν έρχεται το βράδυ. Κι από εκεί ψηλά καθισμένος σε ένα παγκάκι με το χάος στα πόδια μου να κρέμεται, μαζί του κρέμομαι κι εγώ κι όσα τώρα μου λείπουν από ‘σένα. Δε μετρώ αστέρια ώσπου να έρθεις πίσω γιατί ο χρόνος δε γυρνά, γιατί απλώς μαντεύω πως βρήκα από εδώ ψηλά τη γειτονιά σου, μωρό μου, και χαζεύω τους δρόμους της.

Δεν τόλμησα για χρόνια να πλησιάσω ξανά απ’ τη γειτονιά σου, θα με αναγνώριζαν όλοι, όπως τότε. Έτσι πίστευα, τουλάχιστον. Μέσα απ’ τα φιμέ τζάμια του αυτοκινήτου πίστευα πως θα έβλεπαν όλοι τη φιγούρα μου να πηγαινοέρχεται τόσα χρόνια μετά. Θλιμμένη και ταυτόχρονα χαμογελαστή. Κι ίσως αναρωτιόντουσαν «πάλι τα βρήκαν εκείνοι; Πάνε χρόνια που χώρισαν». Και θα με πλήγωνε παραπάνω ότι ποτέ ξανά δεν τα βρήκαμε.

Είπες ότι τα λάθη πληρώνονται κι έκανες ασφαλιστικά στον έρωτα να μη σε πλησιάζω. Και προσπαθούσα μέρες για μας, όσο κανείς δεν προσπάθησε και προσπαθώ ακόμη, όσο δεν έχω προσπαθήσει ξανά στη ζωή μου. Γιατί ερωτεύτηκα όλες τις συνθέσεις κι αντιθέσεις σου. Τα βράδια που κοιμόμασταν μαζί, τα πρωινά που έφερνες πρωινό καφέ στο κρεβάτι. Ερωτεύτηκα τη συνθήκη μας. Ξέρεις, εσύ.

Τόσα χρόνια πέρασαν κι ακόμα αποφεύγω να περάσω απ’ τη γειτονιά σου. Τι θα σου έλεγα αν συναντιόμασταν τυχαία στο δρόμο; Χρόνια φτιάχνω διαλόγους και σκέψεις μέσα στο μυαλό μου· άλλες αυθόρμητες πως θα σου λέω τάχα ότι είμαι καλά και προοδεύω κι εσύ θα το πιστεύεις κι άλλες πως τα βράδια προσπαθώ να σε βρω από εδώ ψηλά, ελπίζοντας το ίδιο και για ‘σένα.

Και σχεδόν σε βλέπω. Προδίδει ακόμη τα συναισθήματά μας η φωτισμένη Αθήνα. Όταν τα αστέρια σβήνουν έπειτα από δισεκατομμύρια χρόνια μπροστά στα μάτια μου νιώθω ευγνωμοσύνη. Λες και μου ζητάνε να κάνω μια ευχή για να έρθεις πίσω.

Δεν περνάει ο έρωτας με έρωτα. Καμία μακροπρόθεσμη μνήμη δε νικήθηκε απ’ τη βραχυπρόθεσμη και τα περαστικά. Κανείς δεν ερωτεύτηκε πάνω από άλλο έρωτα ή κανείς δεν αγάπησε πάνω από άλλη αγάπη. Τα συναισθήματα δεν μπαλώνονται. Δεν περνάω απ’ τη γειτονιά σου γιατί κατά πάσα πιθανότητα θα σε πετύχω. Κι αν σε πετύχω, θα πετύχω να γεμίσω θλίψη το παρόν εξαιτίας του παρελθόντος. Κι ούτε το θέλω κι ούτε το θες.

Κοιτάζω τώρα απ’ το Λυκαβηττό τη γειτονιά σου –αν είναι αυτή βέβαια– και βλέπω ένα φως να ανοίγει. Σχεδόν από κάτω βλέπω το περίπτερο που έπαιρνες τσιγάρα και περιοδικά, τις φοιτήτριες και τους φοιτητές απ’ τον δίπλα και τον από πάνω όροφο, που έκαναν θόρυβο και δε σε άφηναν να συγκεντρωθείς.

Δεν έχει αλλάξει η γειτονιά σου. Της αρέσει έτσι όπως είναι. Και νιώθω ότι σε βλέπω απ’ το παράθυρο να κοιτάς έξω το δρόμο και να φουμάρεις, όπως τότε, όνειρα κι ελπίδες. Ξέρω πως αν δεν τα έχεις βρει, αναρωτιέσαι το πώς. Μα αν τα βρεις στην αγκαλιά και τη ζωή κάποιας άλλης αγάπης, ας έχω την τύχη να μην το μάθω ποτέ. Δε θέλω.

Γι’ αυτό δεν περνάω απ’ τη γειτονιά σου. Όχι, γιατί έχουν περάσει τα χρόνια και θα βρεθούμε σε δύσκολη θέση μα γιατί μάλλον έχεις προχωρήσει κι είναι λογικό. Ίσως κυλιέσαι σε ένα αθεράπευτο καινούριο πάθος και στην αγκαλιά ενός παρόντος με μέλλον.

Μόνο το δικό μου παρόν έμεινε να κοιτά πίσω, χωρίς προοπτικές για πιο μπροστά. Είχαμε κι εμείς προοπτικές, μου έλεγες, αλλά τις αφήσαμε πίσω να μας διαλύσουν. Μια ζωή στο απρόοπτο. Τόσα χρόνια πέρασαν κι ακόμα αποφεύγω να περάσω απ’ τη γειτονιά σου. Και ποιος ξέρει αν μένεις ακόμα εκεί ή αν έχεις φύγει; Αν την έκανες, όπως την κάνουν πολλοί κι αν δεν έδωσες λογαριασμό σε κανένα;

Κι αν δεν περάσω απ’ τη γειτονιά σου, πώς θα μάθω αν είσαι καλά κι αν τώρα χαμογελάς, αν την παλεύεις τα βράδια κι αν γελάς τα πρωινά; Σχεδόν βλέπω από εδώ ψηλά το πάρκο της γειτονιάς σου. Χιλιάδες έρωτες που γράφτηκαν στα δέντρα και σκάλισαν τα παγκάκια, ακόμα ένας κι ο δικός μας το βράδυ εκείνης της Παρασκευής, μόλις που τελείωσες τις υποχρεώσεις σου, θυμάσαι;

Αν είσαι ακόμα εκεί ή αν η γειτονιά σου είναι αυτή, τότε ξέρω πως πάνω-κάτω θα είσαι καλά, θα είσαι εντάξει. Κι ας είσαι στην αγκαλιά κάποιου νέου και φιλόδοξου έρωτα ή αν είναι άδειο το μαξιλάρι σου, τουλάχιστον θέλω να βλέπεις όμορφα όνειρα. Γι’ εμένα είναι ατελείωτα τα βράδια που σε σκέφτομαι κι ατελείωτα όλα, ανολοκλήρωτα.

Γιατί, όταν βραδιάσουν οι ημέρες εδώ, ξυπνάνε τα όνειρα και στήνουνε χορό στο ασυνείδητο. Χίλιες και μία νύχτες θα περιμένω. Αν βλέπεις τους καπνούς απ’ το τσιγάρο μου ή αν με νιώθεις, ό,τι ώρα και να ‘ναι, σήκω και έλα εδώ. Να αρχίσουμε ξανά, πάλι απ’ την αρχή. Κι αν δεν έρθεις, θα βρω τη δύναμη να έρθω εγώ.

Κάποια στιγμή θα περάσω έξω απ’ το σπίτι σου ξανά. Να θυμηθώ όσα πάω να ξεχάσω, να σε πετύχω τυχαία σε αυτή τη γειτονιά που κάναμε όνειρα. Να γειτονέψουν τα όνειρά μας πάλι, να παίρνουν τα γκράφιτι ζωή κι εμείς ν’ αναγεννηθούμε. Προτείνω να αγκαλιάσουμε ό,τι αφήσαμε πίσω και να το πιάσουμε ξανά απ’ την αρχή. Τι λες;

 

Επιμέλεια Κειμένου Μανώλη Βαμβουνάκη: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Μανώλης Βαμβουνάκης