Άλλο ένα ένα δίλημμα σας παραθέτω σήμερα, τροφή για σκέψη και επεξεργασία. Ένα πιο spicy αυτή τη φορά, απ’αυτά που λίγο ντρεπόμαστε να συζητήσουμε και πολλές φορές δεν τολμάμε να εξωτερικεύσουμε. Όλοι το κάνουμε, όλοι το ζητάμε, όλοι το απολαμβάνουμε κανείς δε θέλει να το συζητήσει ανοιχτά. Ο καθένας με το δικό του διαφορετικό τρόπο. Άλλοι το θέλουν αργό και ρομαντικό, άλλοι στα γρήγορα, στα όρθια κι όπως να ‘ναι. Άλλοι διατηρούν σιγή καθ’ όλη τη διάρκεια, καθώς άλλους οι γείτονές τους απολαμβάνουν σε απευθείας σύνδεση, αν όχι οπτικά, σίγουρα ακουστικά εφέ ταινίας πολύ συγκεκριμένου κόνσεπτ, if you know what I mean.

Οι απόψεις για το τι σημαίνει το να φωνάζει κανείς κατά τη διάρκεια, διίστανται. Το να απελευθερώνεις ήχους καθώς περνάς καλά οριζοντίως, είναι καθαρά γεγονός προσωπικό, κάτι που εξαρτάται από το κάθε άτομο ξεχωριστά. Και λέω ήχους γιατί η φάση κυμαίνεται από έντονες ανάσες, μέχρι πνιχτές κραυγές, φωνές που ξεσηκώνουν και την πάρα δίπλα γειτονιά, μέχρι κι ολόκληρες συζητήσεις την ώρα της πράξης.

«Βγάλε όλη σου την ένταση», λέει το τραγούδι κι ίσως αυτός να ‘ναι ένας από τους λόγους που πολύς κόσμος νιώθει την ανάγκη να εκφράσει μέσα από τον ήχο αυτό που συμβαίνει στο σώμα του εκείνη τη στιγμή. Που δε βρίσκει άλλο τρόπο για να εξωτερικεύσει την ευχαρίστηση, από το να απελευθερώνει ρυθμικούς ήχους, σε συνάρτηση με τη δραστηριότητα από τη μέση και κάτω. Μια οπτική λοιπόν, λέει πως είναι η ανάγκη που νιώθει το άτομο να απελευθερώσει όλη αυτή την ενέργεια που βρίσκεται στο ζενίθ της. Είναι οι φραγμοί που σπάνε, την ώρα που ο άλλος φτάνει στην κορύφωση, είναι η απελευθέρωση που προσφέρει η επαφή, ή που θα έπρεπε να προσφέρει τέλος πάντων.

Απ’ την άλλη είναι και ο παράγοντας της επιβεβαίωσης. Οι παίχτες οι σωστοί, οι πονηροί, νοιάζονται για την ικανοποίηση των παρτενέρ τους. Τους ενδιαφέρει να επιβεβαιώσουν το άλλο άτομο, να του δείξουν πως απολαμβάνουν τη φάση, άσχετα αν ισχύει ή όχι. Αν ισχύει όμως, ακόμα καλύτερα. Κι έτσι οι φωνές μπαίνουν στην παράσταση και ο ρόλος εμπλουτίζεται. Δεν είναι πλέον μόνο απαραίτητο το να ακολουθείς κάποιες συγκεκριμένες κινήσεις, αλλά όλο αυτό το ντύνεις κιόλας χρησιμοποιώντας την αίσθηση της ακοής. Και τον άλλον αυτό τον εξιτάρει γιατί η άμεση σύνδεση που γίνεται εκείνη τη στιγμή στο μυαλό του, είναι πως κάτι κάνει καλά, έχει πατήσει τα σωστά κουμπιά και σε οδηγεί με δόξα και τιμή στο τέλος.

Αν η φωνή σου βγαίνει φυσικά, καλώς. Μην το φοβάσαι, άσ’ το να κυλήσει από μόνο του το πράγμα. Όμως υπάρχει κι η περίπτωση η παράσταση αυτή να ‘ναι προσποιητή. Μη μου πείτε πως δε σας έτυχε να βρεθείτε σε συζητήσεις με παρέες και ναι πέφτουν διάλογοι όπως «Eσύ, φωνάζεις;» «Και τι λες;» Με μια από τις τοπ ερωτήσεις το «Έχεις ποτέ προσποιηθεί;» Ναι, υπάρχει κι αυτή η πιθανότητα και δε σου το εύχομαι, ειλικρινά.

Όμως υπάρχει και η φορά που οι φωνές έρχονται στο προσκήνιο σαν ένας καλός σου φίλος, ένας βοηθός, που ίσως καλύψει μια όχι και τόσο φαντασμαγορική σου εμπειρία. Εντάξει, αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί με συγκεκριμένο τρόπο, όχι και από τα δύο φύλα για λόγους προφανείς. Όμως γίνεται, συμβαίνει και πολλές φορές έρχεται σαν μάνα εξ’ ουρανού για αποφυγή οποιασδήποτε απογοήτευσης και δημιουργίας αμφιβολιών. Αυτό, όσον αφορά το τέλος, την κορύφωση. Κατά τη διάρκεια τώρα, ίσως πάλι κάποιος να θέλει να φωνάξει για το εφέ, για την εμπειρία της στιγμής και τέτοια. Ίσως να πετύχει, ίσως να ‘ναι και λίγο εμφανής η προσπάθεια κι ότι όλο αυτό δε βγαίνει φυσικά.

Κι αφού αναλύσαμε τους θορυβώδεις, πάμε στα ήσυχα γατάκια που ίσως να καίνε ύπουλα χωρίς να κάνουν ντόρο. Δε φωνάζουν όλοι, παιδιά. Είναι κι αυτοί που δεν τους βγαίνει, δε θέλουν, δε νιώθουν άνετα. Δε σημαίνει απαραίτητα πως καταπιέζονται, όμως. Πως δεν αφήνονται ελεύθεροι να δείξουν στο σύντροφό τους πως κάθε σπιθαμή του κορμιού τους τρέμει καθώς οι δυο τους βρίσκονται μπλεγμένοι. Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να δείξεις πως απολαμβάνεις κάθε στιγμή. Μέσα από αγγίγματα, φιλιά, βλέμματα κι ανάσες. Μέσα από εναλλαγές στο ρυθμό, στην ταχύτητα, στα επίπεδα της έντασης. Οι φωνές, ίσως προσθέτουν σ’ όλο αυτό, δε σημαίνει όμως πως χωρίς αυτές η πράξη είναι ελλιπής.

Τελειώνοντας, πάμε και σ’ αυτούς τους λίγο ντροπαλούς, τους όχι και τόσο άνετους που ίσως αν το δοκιμάσουν μια φορά κι αν τους αρέσει, να το δουν με άλλο μάτι, όμως δεν τολμούν συχνά. Γιατί δε νιώθουν άνετα, καταπιέζουν τις ορμές τους, μην παρεξηγηθούν. Αν είσαι κι εσύ από αυτά τα ντροπαλά παιδάκια, που θέλουν λίγο μερικές φορές να αφήσουν μια κραυγή να ελευθερωθεί και δεν το κάνουν, σκέψου αυτό: Ποιος θα σε παρεξηγήσει; Αυτός που τη δεδομένη στιγμή βρίσκεται τσιτσίδι από πάνω ή από κάτω σου, μ’ εσένα επίσης χωρίς τα ρουχαλάκια σου και του δίνετε και καταλαβαίνει; Δεν είναι μεμπτό αυτό που κάνετε, αλλά θα ήταν το να βγάλεις φωνούλα; Δε νομίζω. Γι’ αυτό αν το θες, αν σου βγαίνει, αν νιώθεις πως καταπιέζεσαι, ασ’ το ελεύθερο και σου το υπογράφω. Κανείς δε θα απογοητευτεί.

Είτε λοιπόν θα φτιάχνονται οι γείτονες με το δικό σου το σόου, είτε θα απορούν πόσο καιρό έχεις να  δεις χαρά στα σκέλια σου από την ησυχία που χαρακτηρίζει την κρεβατοκάμαρά σου. Και τα δυο δεκτά, επιτρεπτά, φυσιολογικά, ανάλογα με το στιλ που ‘χει ο καθένας. Ξέρεις, όπως έχουμε στιλ γραφής, στιλ ντυσίματος, έχουμε και το προσωπικό μας στιλ και στην κρεβατοκάμαρα. Απελευθερώσου με τον τρόπο που εσύ νιώθεις πως έχεις ανάγκη, είτε αυτός ακούγεται είτε όχι. Μόνο φρόντισε, αν εμπίπτεις στην πρώτη ομαδούλα, να ‘χεις τουλάχιστον καλή ηχομόνωση. Αλλιώς, θα φτάσουν κι άλλοι μαζί σας στην κορυφή εκτός από τους δυο σας.

 

Συντάκτης: Άνδρη Χριστοφή
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου