Article of the day: Η Άννα Μετόχη προ(σ)καλεί στο απόλυτο challenge για γερά νεύρα! Δες εδώ ποιο είναι! 

dfv

Ο φόβος και η φοβία είναι δύο πολύ κοντινοί συγγενείς που αρέσκονται στο να κατοικούν στο μυαλό πολλών ανθρώπων. Κι έτσι τους κάνουν να τρέμουν να έρθουν αντιμέτωποι με συγκεκριμένα πράγματα, από συναισθήματα, παραδοχές, μέχρι και φυσικά αντικείμενα. Έτσι, προσπαθούν να αποσιωπούν εκείνο που τους κάνει να τρέμουν, θεωρώντας πως η σιωπή φέρνει λύτρωση. Το μόνο που φέρνει όμως, είναι την αποφυγή της ύπαρξης του φόβου και της αποτυχημένης προσπάθειας του να αγνοήσει κανείς κάτι τόσο σημαντικό, όπως αυτό που τον τρομοκρατεί. Η έκθεση, απ’την άλλη, μερικές φορές κι η υπερέκθεση, είναι αυτή που φέρνει τη λύτρωση, καθώς το άτομο έρχεται κατά πρόσωπο με το οτιδήποτε το κάνει να μην τολμά.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα τη γραφή. Πολλές ψυχολογικές μελέτες και επαγγελματίες υγείας συνιστούν το γράψιμο κάποιου ημερολογίου, ή την καταγραφή των σκέψεων ως μέσο ψυχοθεραπείας. Άνθρωποι οι οποίοι βασανίζονται από σκέψεις και προβληματισμούς που αδυνατούν να εκφράσουν, γιατί ίσως φοβούνται κάποια αντίδραση ή τον αντίκτυπο των πράξεων ή ακόμα τον λέξεών τους, καταφεύγουν στην καταγραφή αυτών των μπερδεμένων σκέψεων στο χαρτί. Το συναίσθημα ότι λένε σε κάποιον αυτά που βρίσκονται στο μυαλό τους χωρίς στην ουσία να απευθύνονται σε ένα συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο, προσφέρει χαλάρωση και ηρεμία. Επιπλέον, το να βλέπει κανείς τις σκέψεις του μαζεμένες και γραμμένες μπροστά του, πολλές φορές βοηθάει στο να μπορέσει να τις ζυγίσει και να πάρει αποφάσεις που μέχρι προσφάτως δεν τολμούσε.

Η έκθεση τώρα, μπαίνει στο παιχνίδι όταν εκείνα τα γραφόμενα με κάποιο τρόπο ίσως δημοσιευθούν. Ή τα δουν τέλος πάντων κι ένα δεύτερο και τρίτο ζευγάρι μάτια. Όσο κι αν ακούγεται τρομακτικό το να ξεδιπλωθεί κάποιου το μυαλό μπροστά στα μάτια του όποιου κοινού, όταν η αντίδραση τρίτων δεν είναι αυτή που θα φοβόταν το άτομο, αλλά είναι πιθανόν η ταύτιση με άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, τότε επέρχεται κι η λύτρωση. Γιατί κυρίως φοβόμαστε να εκφραστούμε για το οτιδήποτε, μπας κι είμαστε οι μόνοι στον κόσμο που κάνουμε τις δικές μας μπλεγμένες σκέψεις. Πόσο όμως όμορφο είναι το να συνειδητοποιεί κανείς, πως κι ο υπόλοιπος κόσμος δεν έχει ένα αψεγάδιαστο και τακτοποιημένο μυαλό, λες κι είναι βιτρίνα ακριβής μπουτίκ. Σ’όποιον συγγραφέα και ν’απευθυνθούμε, του οποιουδήποτε είδους, κανείς δε θ’αρνηθεί, πως το έργο που παράγει, έχει σίγουρα μια μικρή ή μεγάλη δόση απ’ τον εαυτό του.

Όσο αφορά διάφορες φοβίες και την αντιμετώπισή τους με τη βοήθεια κάποιου ειδικού, η θεραπεία της έκθεσης, λειτουργεί με βασικό στόχο το να ξεπεραστούν συγκεκριμένα εμπόδια με το να τα ζήσει το άτομο. Δηλαδή, εάν για παράδειγμα το άτομο έχει φοβία με τα ύψη, τους κλειστούς χώρους, το σκοτάδι και πάει λέγοντας, οι ψυχολόγοι θα τοποθετήσουν τον ασθενή σ’ ένα ασφαλές περιβάλλον, όπου θα εκτίθεται σιγά σιγά σ’ όλα αυτά που δε θα ήθελε με τίποτα ν’ αντιμετωπίσει. Η συγκεκριμένη θεραπεία, ασφαλώς και δεν αποσκοπεί στο να σοκάρει το άτομο, αφού υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που τρέμουν στην ιδέα πραγμάτων που στ’ αυτιά άλλων ακούγονται ακόμα κι αστεία. Αντιθέτως, σκοπός είναι να κάνει σταθερά και μικρά βήματα, προς σκέψεις που το τυραννούν σε σχέση με την όποια φοβία του και να φτάσει τόσο κοντά της, μέχρι να αφομοιώσει το γεγονός ότι τελικά δεν του κάνει κακό.

Εκτός από το ψυχοθεραπευτικό κομμάτι, η έκθεση δε σημαίνει πως συμβαίνει απαραιτήτως στα πλαίσια κάποιας ιατρικής θεραπείας. Πολλές φορές οι άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι με διλήμματα κι αποφάσεις, που αφορούν κι άλλα άτομα εκτός απ’τους ίδιους. Κι έτσι, μην τολμώντας να πάρουν κάποια πρωτοβουλία, προτιμούν να παραμένουν στην ησυχία και την ηρεμία τους, αφού αυτά τα δύο τα έχουμε συνδυάσει και τα θεωρούμε -λανθασμένα- συνώνυμα, πολλές φορές. Το να σιωπά όμως κανείς, προσθέτει βάρος στο μέσα του, συμπεριλαμβάνοντας το νοητικό και συναισθηματικό του κόσμο. Πολύ συχνά μάλιστα, θα υπάρξει εκείνη η στιγμή, που δεν αντέχει να φυλάει άλλα για τον εαυτό του κι έτσι φτάνει σε τέλμα. Αυτό ίσως μεταφραστεί σε έκρηξη προς τρίτους αλλά και προς τον εαυτό του. Και οι δύο περιπτώσεις είναι εξίσου επικίνδυνες. Συν του ότι είναι ψυχοφθόρο το να κουβαλάει κανείς μαζί του φορτία που αν δε φοβόταν να εκτεθεί για να τα πει και να τα δείξει, θα μπορούσε με πολύ απλές κινήσεις να νιώσει ξανά ανάλαφρος.

Επιπλέον, ο όρος της έκθεσης συγχέεται πολλές φορές με ντροπιαστικές καταστάσεις, καθώς το να «εκτεθεί» κανείς μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσα σε μια πρόταση, έχοντας προσβλητική χρήση κι έννοια. Δεν παίζουμε με τις λέξεις, όμως αν στο μυαλό κάποιου, το να εκτεθεί, σημαίνει το να γίνει ρεζίλι, να χάσει την αξιοπρέπειά του, ή να «πέσει» στα μάτια των άλλων, τότε ναι, η ίδια η έκθεση θα του προκαλέσει φοβίες. Πόσο μάλλον οι ίδιες οι φοβίες που δεν του επιτρέπουν να εκτεθεί. Όταν λοιπόν ξεκαθαρίσουν οι έννοιες στο μυαλό μας, τότε είναι που δε θα φοβόμαστε να κάνουμε κάτι διαφορετικό από ό,τι ξέραμε μέχρι στιγμής, ή από τα κοινά και συνηθισμένα που κάνει ο περίγυρός μας. Δε σημαίνει πως μόνο αυτά είναι τα σωστά και τα «καθώς πρέπει», απλώς και μόνο επειδή εκείνα συνηθίσαμε να βλέπουμε γύρω μας.

Υπάρχουν ασχολίες, ακόμα κι επαγγέλματα που μπορούν να βοηθήσουν έναν άνθρωπο να εκτεθεί για να εκφράσει τις ανησυχίες του. Για να πει με άλλα μέσα, αντί με λόγια, αν δε μπορεί, πράγματα που δεν έχουν άλλο χώρο πια για να κατοικούν μόνο μέσα στο μυαλό του. Και δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που διέπονται από καλλιτεχνική φύση που είναι ικανοί να εκτεθούν. Ίσως εκείνοι να το κάνουν συχνότερα, να βρήκαν το δρόμο προς τη λύτρωση μέσω αυτού. Αλλά όλοι χρειάζεται πού και πού να ξεφορτώνουν το νου τους, παρά να τον γεμίζουν συνεχώς με καινούριες πληροφορίες που απλώς καταχωρούνται και δε χρησιμεύουν σε τίποτα άλλο παρά στο να σπαταλούν φαιά ουσία.

 

Συντάκτης: Άνδρη Χριστοφή
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου