Λένε πως οι εφηβικοί έρωτες είναι πάντα πιο έντονοι και δυνατοί. Άλλωστε νιότη κι έρωτας στην τέχνη πάνε μαζί, εδώ κι αιώνες. Επικρατεί η ιδέα πως ο άνθρωπος όσο μεγαλώνει, σταματάει να έχει το νεανικό του αυθορμητισμό, σκληραίνει, δυναμώνει, κλαίει λιγότερο και θέτει τον έρωτα ως ζήτημα δευτερευούσης σημασίας στη ζωή του.

 Κι η αλήθεια είναι πως όσο πιο έντονα τα αισθήματα, τόσο πιο δύσκολος κι ο χωρισμός· ή μήπως όχι; Είμαστε σε θέση να ξέρουμε τι πραγματικά είναι ο έρωτας κι η αγάπη σε μια τόσο νεαρή ηλικία ή απλώς  νομίζουμε πως ξέρουμε; Μήπως δραματοποιούμε καταστάσεις γιατί στα 16 μας έχουμε ανάγκη το δράμα, μια και τίποτα άλλο δε μας απασχολεί πέρα από το διαγώνισμα της επόμενης μέρας και τον έρωτα;

Η εμπειρία μου αποδεικνύει πως δεν ισχύει. Θυμάμαι όταν χώρισα πρώτη φορά, έκλαψα μονάχα για ένα βράδυ, μέχρι πρωίας βέβαια αλλά την επόμενη μέρα είχα ήδη τη δύναμη να συγχωρέσω, να ξεχάσω και να προχωρήσω παρακάτω.

Όσο πιο πίσω γυρίσουμε το χρόνο, θυμάμαι να έχω τη δύναμη να απομακρύνομαι απ’ ό,τι θεωρούσα πως θα μπορούσε να μου κάνει κακό και σταματούσα πάντα όταν γνώριζα άτομα που δεν τα έβρισκα κατάλληλα. Ήμουν σε θέση να ξεχωρίσω εύκολα το «καλό» απ’ το «κακό» και πάντα επέλεγα το πρώτο, χωρίς ενδοιασμούς. Έτσι, κάνουν όσοι αγαπούν τον εαυτό τους, ανεξαρτήτως ηλικίας.

Μετά μεγάλωσα και πίστευα πως τα έκανα όλα σωστά, μέχρι που γνώρισα εκείνον και τα δεδομένα ανατράπηκαν. Όσο μου έξυνε τις πληγές, τόσο τον αγαπούσα, όσο με κατέστρεφε, τόσο πιο εθιστικός  γινόταν. Όσες φορές προσπαθούσα να φύγω για το καλό μου αλλά και το δικό του, λύγιζα.

Βρέθηκα ξαφνικά κοντά στα 30 να μην μπορώ πια να κάνω το «σωστό». Να μην μπορώ να πω ένα «τέλος» και να το εννοώ, να μην μπορώ να σταματήσω τον πόνο. Αναρωτιόμουν γιατί, πού πήγε όλη αυτή η δύναμη που κάποτε είχα. Κι η απάντηση ήταν απλή: τώρα είχα αγαπήσει κι αγαπηθεί αληθινά, τώρα έζησα τον έρωτα, γιατί τώρα ήμουν ώριμη κι έτοιμη να τα νιώσω, να τα κατανοήσω και να τα ζήσω.

Ήταν η πρώτη φορά που αγάπησα συνειδητοποιημένα κι αυθόρμητα, όμως, τον λάθος άνθρωπο. Κι ο χωρισμός δεν έμοιαζε σε καμία περίπτωση με κανέναν απ’ τους προηγούμενους. Δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά όλα τα «πώς» και τα «γιατί», ανησυχούσα για το μέλλον και δεν μπορούσα να προστατέψω τον εαυτό μου. Δεν  ήμουν πια 18 χρονών για να έχω μια ζωή μπροστά να γνωρίσω ανθρώπους και να δημιουργήσω εμπειρίες.

Από μία ηλικία και μετά, νιώθεις το χρόνο να σε στριμώχνει. Κάθε λεπτό που ζεις, συνειδητοποιείς πόσο πολύτιμο είναι και θες να το μοιραστείς με τους κατάλληλους ανθρώπους. Ψάχνεις μόνο την ουσία και σιχαίνεσαι τα εφήμερα. Αφήνεσαι σπάνια και χωρίζεις πιο δύσκολα γιατί ξέρεις το συναισθηματικό κόστος. Λες πιο δύσκολα λες  «σ’ αγαπώ» και «χωρίζω» όσο μεγαλώνεις γατί πλέον ξέρεις τη βαρύτητά τους. Ξέρεις τι σημαίνουν για τον άλλο που έχεις απέναντί σου και πόσο θα του κοστίσουν.

Ξέρεις πως πλέον έχεις ξοδευτεί αρκετά και δεν έχεις τα συναισθηματικά αποθέματα που έχει μια δεκαεξάχρονη καρδιά. Δεν μπορείς να πατήσεις εύκολα το restart. Κάθε χωρισμός σε φθείρει, σε κουράζει, σε κρατάει πίσω. Πλέον με αυτόν τον άνθρωπο μοιράζεσαι το σπίτι σου, το κρεβάτι, τον καναπέ, τη ζωή σου, δεν τον βλέπεις απλά λίγες ώρες το βράδυ ή όταν πάτε εκδρομή.

Επενδύεις και κάνεις ουσιαστικά όνειρα μαζί του. Σκέφτεσαι υποσυνείδητα μια οικογένεια ή έστω να γεράσετε μαζί.  Δουλεύεις και διαχειρίζεσαι τα οικονομικά σου έτσι ώστε να έχετε μια καλή κοινή ζωή, να την απολαμβάνετε μαζί.

Το σεξ δεν είναι πλέον μονάχα μια επαφή αλλά κι ένα σημείο ένωσης με τον άνθρωπό σου. Μοιράζεστε πάθη κι επιθυμίες.

Γι’ αυτό είναι πιο δύσκολος ο χωρισμός όσο μεγαλώνουμε, γιατί δίνουμε και παίρνουμε πιο πολλά. Γιατί έχουμε περισσότερη ανάγκη ο ένας τον άλλο, γιατί φοβόμαστε το μέλλον, γιατί γινόμαστε πιο ευαίσθητοι και πιο συνειδητοποιημένοι. Ο πόνος είναι βαθύτερος κι ας είναι πια πιο σιωπηλός.

 

Επιμέλεια Κειμένου Πράξιας Αρέστη: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Πράξια Αρέστη