desktop50

Ξέρεις υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που έρχονται στη ζωή σου μόνο για να σου αλλάξουν κάθε δεδομένο που είχες για τον εαυτό σου. Κι αυτό το «μόνο» είναι ίσως ο μοναδικός και πιο απόλυτα καθοριστικός  λόγος που αξίζει να συναντήσεις κάποια στιγμή έναν τέτοιο άνθρωπο.

Και για μένα αυτός ο λόγος υπήρξες εσύ. Ήρθες όταν δεν σε περίμενα, όταν δεν ήξερα καν αν ήθελα να περιμένω κάτι, όταν πάλευα με νύχια και με δόντια να αποδείξω στον κόσμο ποια ακριβώς είμαι. Λες και ο κόσμος, για να σε αποδεχτεί, θέλει ταμπέλες με ονομασία προέλευσης και συστατικές επιστολές. Λες κι αν δεν ξέρεις, αν δε γνωρίζεις με κάθε λεπτομέρεια από τι ακριβώς έχεις φτιαχτεί, δεν αξίζεις να αγαπιέσαι.

Ήρθες λοιπόν όταν εγώ δεν ήθελα να σε ξέρω, γιατί απ’ την αρχή κατάλαβες ποια ήμουν. Τρύπησες με το βλέμμα και τις λέξεις σου την τόσο όμορφη φούσκα που είχα φτιάξει για να εξηγώ τον κόσμο. Κι εσύ την έκανες κομμάτια μέσα σε ένα βράδυ, με κάποιο δικαίωμα από νόμιζες ότι σου είχα παραχωρήσει, αφήνοντάς με εκτεθειμένη χωρίς ιδέες, χωρίς σταθερές. Αφήνοντάς με σχεδόν να σε μισώ γιατί δεν είχα τίποτα να στηριχτώ, τίποτα να υπερασπίσω από μένα.

«Συνηθίζεται αυτό», μου είχες πει. Όλα κινούνται με βάση το τι θέλουμε να δείξουμε, ποιος είναι ο ρόλος μας για απόψε. Ποια χαρακτηριστικά θα φορέσουμε σήμερα στο λόγο μας και στην ηλίθια μικρή υπεροψία που μας διακατέχει, κάνοντάς μας να πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε πώς κινούμαστε. Μα πόσο υπερόπτες. Κι εγώ σου είπα κάτι, δε θυμάμαι τι, δε θυμάμαι αν ήταν έξυπνο ή αν σε προβλημάτισε. Θυμάμαι όμως ότι χαμογέλασες αφήνοντας κι εσύ λίγο στην άκρη τη δική σου φούσκα.

Μετά είπες πολλά και είπα κι εγώ, πέρασαν οι μέρες και οι μήνες πλάθοντας ο ένας τον άλλον από την αρχή. Έπεσαν οι άμυνες, χάθηκαν όλες οι αμήχανες σιωπές κι έγιναν προοπτικές και πιθανότητες. Άρχισαν τα χέρια να πλησιάζουν για να αγκαλιαστούν, τα σώματα να έλκονται.

Δεν υπάρχει πιο δυνατός δεσμός από αυτόν που επιλέγεις συνειδητά να υπάρξεις εντός του.  Ποτέ δεν υπήρξε και δεν πρόκειται να ξαναβρεθεί κάτι παρόμοιο στον κόσμο. Κι όταν αυτό συμβεί δε θυμάσαι πως ήσουν πριν γνωρίσεις τον άλλον, δε θυμάσαι πώς έπινες τον καφέ σου, τι ονειρευόσουν να πετύχεις, πώς αντιλαμβανόσουν την πραγματικότητα. Έτσι κι εγώ που νόμιζα ότι μου αρκούσε το σταθερό μου χρώμα, άφησα εσένα να με ζωγραφίσεις, γιατί δεν ήθελα καν να προβάλω αντίσταση.

Κι εσύ μου έριξες κόκκινο, όπως ο έρωτας και η επανάσταση, για να μου μάθεις ότι αυτά δύο είναι το ίδιο πράγμα. Συμπλήρωσες με σκούρο μπλε, για όλα τα πρωινά που μας βρήκαν σε κάποιο μπαλκόνι σουρωμένους και νυσταγμένους, να ρουφάμε πληροφορίες ο ένας για τον άλλον, λίγο μαύρο κι ύστερα κίτρινο και πορτοκαλί που ξέρεις πόσο το σιχαίνομαι. Κι έφτιαξες μια ζωγραφιά, όχι απαραίτητα όμορφη, που με το ζόρι έβγαζε κάποιο νόημα.

Μα ήταν αυτό που έφτιαξες εσύ με μένα κι εγώ για πρώτη φορά χαιρόμουν που γνώριζα τον εαυτό μου απ’ την αρχή, γιατί άλλαζα με κάθε μικρή σου προσθήκη. Και οι αλλαγές όσο τρομακτικές κι αν μπορούν γίνουν, όσο κι αν μας μπερδεύουν ή μας φοβίζουν, είναι αναπόφευκτο ότι θα συμβούν. Κι όταν συμβούν δε σημαίνει ότι έχεις χάσει τον εαυτό σου ή ότι παραδόθηκες άνευ όρων. Μπορεί και να σημαίνει ότι επιτέλους κατάφερες να σε βρεις. Μια αφηρημένη τέχνη που για δυο μόνο ανθρώπους βγάζει νόημα.  Εσύ για μένα κι εγώ για σένα. Δυο καινούριοι άνθρωποι. Κοιτά να δεις που καμιά φορά πετυχαίνει. Ποιος να το φανταζόταν. Εμείς, για πες, λες να το πετύχουμε;

Συντάκτης: Γιοβάννα Κοντονικολάου

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!