Η καλύτερη συμβουλή που ίσως μου έδωσαν ποτέ. Εκείνη που με έβαλε σε σκέψεις και για πρώτη φορά δεν την προσπέρασα έτσι αβίαστα, όπως κάνω συνήθως με συμβουλές τρίτων. Μια ερώτηση ήταν θυμάμαι. Αρκετή για να με ταρακουνήσει και να μου δείξει με κάποιο τρόπο το δρόμο προς το σωστό, ό,τι τέλος πάντων μπορεί να θεωρηθεί σωστό απ’ τον καθένα ξεχωριστά.

Το παιδί που ήσουν κάποτε θα ήταν περήφανο γι’ αυτό που είσαι σήμερα; Θα ήταν άραγε; Τότε που το μόνο μας πρόβλημα ήταν να έχει καλό καιρό για να βγούμε έξω να παίξουμε με τους φίλους μας. Τότε που νομίζαμε πως όλος ο κόσμος μας ανήκει κι έχουμε τη δύναμη να τον κάνουμε, όπως θέλουμε εμείς. Να τον καταστρέψουμε και να τον φτιάξουμε πάλι απ’ την αρχή.

Εκείνο το παιδί που ήμασταν κάποτε και που πίστευε πως μπορούσε να γίνει ό,τι έχει ονειρευτεί. Δεν έχει σημασία, αν αυτό που θέλαμε άλλαζε κάθε βδομάδα. Όλοι, εξάλλου, περάσαμε απ’ τη φάση να θέλουμε να γίνουμε αστυνομικοί, πυροσβέστες και κάποιοι πιο θαρραλέοι από μας, ακόμη και αστροναύτες. Τότε όμως ό,τι και να σκεφτόμασταν το μπορούσαμε. Πιστεύαμε ότι το μπορούσαμε τουλάχιστον. Πιστεύαμε στον εαυτό μας και στη δύναμή μας.

Οτιδήποτε και να μας έλεγαν οι δικοί μας κι ο περίγυρός μας δε μας αφορούσε. Εμείς θα κάναμε πάντα του κεφαλιού μας γιατί ξέραμε πως αυτό μας κάνει πραγματικά χαρούμενους. Ζούσαμε την κάθε στιγμή και δεν αναλωνόμασταν σε ανούσια πράγματα. Δε μας απασχολούσαν καταστάσεις που δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε. Αν κάτι δε μας έκανε, μας πλήγωνε ή μας χαλούσε τη διάθεση, το αφήναμε και πηγαίναμε παρακάτω.

Όταν ήμασταν παιδιά δεν πατούσαμε επί πτωμάτων. Δε μας ένοιαζε η δόξα και τα λούσα. Ήμασταν ευτυχισμένοι με τα λίγα. Αρκούμασταν σ’ αυτά, γιατί με τη φαντασία μας μπορούσαμε να κάνουμε θαύματα. Δεν προσπαθούσαμε σε όλα να βγούμε από πάνω, να γίνουμε οι καλύτεροι σ’ έναν αδιάκοπο και ατέλειωτο αγώνα. Μας έφταναν τα θέλω μας και δε μας ένοιαζε, αν συνάδουν με των υπολοίπων.

Ήμασταν αγνοί κι αθώοι, αυτό που ονομάζουμε παιδικότητα. Η αγάπη ήταν για μας τα πάντα. Μπορούσε να υπερνικήσει κάθε δυσκολία κι όλα έμοιαζαν καλύτερα μετά από μια αγκαλιά. Δεν ήταν οι σχέσεις μας τόσο περίπλοκες. Αγαπούσαμε ανιδιοτελώς και μέναμε ικανοποιημένοι απ’ αυτό. Απλά, όμορφα και ωραία. Χωρίς τερτίπια, παιχνίδια κι εγωισμούς. Όταν πληγωνόμασταν δε σηκώναμε τοίχους. Ξεχνούσαμε και δίναμε και την επόμενη φορά τον καλύτερό μας εαυτό.

Μεγαλώνοντας μας έπνιξαν τα προβλήματα. Τα όνειρά μας τα επισκίασαν τα «πρέπει» και τα όρια της κοινωνίας. Φοβηθήκαμε, δειλιάσαμε, ξεχάσαμε. Ξεχάσαμε εκείνο το παιδί που πίστευε πως μπορούσε να έχει τον ουρανό με τ’ άστρα. Συμβιβαστήκαμε. Θεωρήσαμε πως κάποιος άλλος μπορεί να έρθει να μας τα προσφέρει όλα αυτά.  Απλά και μόνο επειδή εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε ικανοί να τα κάνουμε πράξη.

Θυμάσαι το παιδί που ήσουν κάποτε; Είναι περήφανο για σένα; Μπορείς να πεις με το χέρι στην καρδιά πως κάθε πρωί που ξυπνάς έχεις τη διάθεση να κατακτήσεις τον κόσμο; Όσο χαζό κι αν σου ακούγεται. Μπορείς να υποσχεθείς στον εαυτό σου πως όσες αποτυχίες και να έχεις, δε θα σταματήσεις ποτέ να προσπαθείς και να ονειρεύεσαι; Έχεις τη δύναμη να βρεις και πάλι τις φιλοδοξίες σου και να τις κάνεις πράξη;

Να είσαι εσύ και μόνο εσύ εκείνος, που θα σε οδηγήσει στην ευτυχία. Μπορείς. Άντε λοιπόν. Για το παιδί που ήσουν κάποτε. Κάνε το υπερήφανο!

 

Συντάκτης: Κωνσταντίνα Αποστολάκη
Επιμέλεια κειμένου: Αναστασία Νάννου