«Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες» ή «Δε συμφωνώ ούτε με μία λέξη από όσα λες, αλλά θα υπερασπίζω και με το τίμημα της ζωής μου ακόμη το δικαίωμά σου να λες ό,τι πρεσβεύεις».  Αυτές οι δυο φράσεις έχουν αποδοθεί στον Γάλλο συγγραφέα και φιλόσοφο, Φρανσουά Μαρί Αρουέ ή αλλιώς, ως ευρέως γνωστός, με το ψευδώνυμο «Βολταίρος». Βέβαια δεν μπορούμε να γνωρίσουμε πώς ακριβώς ειπώθηκαν κι αν ειπώθηκαν απ’ τον ίδιο. Φήμες λένε ότι λόγω της στάσης και των πεποιθήσεων που είχε ο Βολταίρος, ο ίδιος δε θα ήταν ποτέ δυνατόν να υποστήριζε κάτι τέτοιο. Δεν έχει, όμως, στην παρούσα σημασία να εξακριβώσουμε τελικά αν η γνωστή αυτή ρήση ανήκει στον Βολταίρο ή όχι, άλλωστε δεν είμαστε κι οι ειδικοί για να το αναμοχλεύσουμε. Βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα, πάμε να δούμε αν το δικαίωμα να εκφράζει ο άνθρωπος τις απόψεις του, λαμβάνει τον σεβασμό που του οφείλεται.

Κάθε κράτος δημιουργεί τις κοινωνίες του, παίρνουν ένα σπρέι κι οριοθετούν, έτσι οτιδήποτε είναι εντός των ορίων που βάζουν είναι θεμιτό κι αποδεκτό από όλους, κάτι όμως που πατάει έστω και στις μύτες των ποδιών εκτός ορίων πάντα ωθεί σε αντιδράσεις και φασαρίες. Ο καθένας από εμάς είναι μια μίνι κοινωνία, φτιαγμένη στα κυβικά του. Αν κάτι είναι έξω απ’ τις αρχές και τους κανόνες μας συνήθως μας κάνει να τα χάνουμε, διότι εντός των ορίων που όλα επιτρέπονται, είναι τα πάντα διαχειρίσιμα. Εκτός όμως, εκεί, που ανάβει το πράσινο στα απαγορευμένα, ο φόβος κι η άγνοια μας κάνει να μην είμαστε συχνά σε θέση να διαχειριστούμε τις καταστάσεις, το έξω από εμάς.

Από μικρά παιδιά θέλουμε να αρέσουμε στους άλλους, να μας αγαπούν και να μας αποδέχονται. Η αποδοχή κι η αγάπη των γύρων μας είναι η ψυχική μας τροφή, που δίχως αυτή η ψυχική μας υγεία τίθεται σε κλονισμό.

Λίγο-πολύ, όλοι μας ξέρουμε πώς να παίρνουμε αυτήν την κοινωνική αποδοχή, που είναι όπως φαίνεται τόσο αναγκαία. Είναι ολοφάνερη, όμως, η δυσκολία που υπάρχει στην πραγματοποίηση της προσφοράς και της ζήτησης, ώστε αυτός ο φαύλος κύκλος να μπορεί να ρέει ομαλά. Με γνώμονα τις ανθρώπινες σχέσεις του σήμερα, συναντάμε κάθε μέρα όλο και περισσότερους ανθρώπους που δεν είναι ή δεν επιθυμούν να ‘ναι κοινωνικά αποδεκτοί. Ανθρώπους που διαλέγουν για σύντροφό τους τη μοναχικότητα και που εν τέλει κατά κάποιον τρόπο παντρεύονται τον εαυτό τους. Η μη ανοχή των άσχημων συμπεριφορών, των προσβολών και της ασέβειας, οδηγεί αρκετούς από εμάς στην απομάκρυνση μας απ’ το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Οι ανθρώπινες σχέσεις κρέμονται, θα έλεγε κανείς, όλο και περισσότερο στο χείλος του γκρεμού. Δυστυχώς, τις περισσότερες φορές δεν επιλέγουμε τις πράξεις μας. Πίσω από μια επιλογή, η οποία φαίνεται ελεύθερη βρίσκεται κρυμμένη μια ολόκληρη ιστορία. Οι πράξεις μας είναι το επακόλουθο μιας ολόκληρης ζωής, μιας πραγματικότητας, της δικής μας πραγματικότητας. Είναι επακόλουθο όχι μόνο της δικής μας ζωής, αλλά και της ζωής των προγόνων μας. Επομένως, οι πράξεις μας παίρνουν σάρκα κι οστά με βάση το υλικό, την ιστορία, το βάρος και το εύρος του σταυρού που κουβαλάει ο καθένας από εμάς.

Οι περισσότερες συμπεριφορές είναι δράση κι αντίδραση. Έτσι, όταν κάποιος δε μας δίνει τον σεβασμό του, γινόμαστε κι εμείς ασεβείς απέναντί του. Δεν είναι ψέμα ότι οι δράσεις προκαλούν αντιδράσεις, αυτό κοντεύει να γίνει κοσμοθεωρία για τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Δε σημαίνει, όμως, ότι είναι κι αυτό που πρέπει να ασπαζόμαστε ως πλάσματα με υψηλή νοημοσύνη.

Σε μια κοινωνία που δυσκολευόμαστε να πράττουμε τα στοιχειώδη, όπως είναι ο σεβασμός, σε μια κοινωνία εγωκεντρική, όπου ο καθένας μας κοιτάει αφ’ υψηλού τους υπολοίπους, έχοντας πλήρη άγνοια για το πόσο μικροί κι ελάχιστοι είμαστε, αν είχαμε γνώση πόσο λίγοι είμαστε σε σχέση με το σύμπαν, πιθανότητα πολλοί από εμάς να χάναμε την αυτοπεποίθησή μας, γεγονός που φυσικά δε θα ήταν αρεστό από κανέναν. Εκ τούτου, ακόμα και δίπλα στα άστρα να μας βάζανε, εμείς αφ’ υψηλού θα τα κοιτάζαμε, όχι γιατί τα άστρα είναι κατώτερα από μας, αλλά απλούστατα γιατί εμείς δεν μπήκαμε ποτέ στη διαδικασία να ενδιαφερθούμε για την ιστορία των άστρων και το γιατί αυτά λειτουργούν κι υπάρχουν υπό αυτές τις συνθήκες.

Μαχόμαστε καθημερινά με όλες μας τις δυνάμεις, όποιες διαθέτει ο καθένας από εμάς, για να γινόμαστε αρεστοί στους υπολοίπους. Όπου με το γιγαντιαίο «εγώ» μας, όλοι νιώθουμε νταμάρια μπροστά στον συνάνθρωπό μας, με αποτέλεσμα να μην υπολογίζουμε τίποτα.

Αν δε μας έτρωγε η αγωνιά, η λαχτάρα, να απολαμβάνουμε πρωτιές, να είμαστε πάντοτε εντός των πραγμάτων, η αγωνιά κι η λαχτάρα του να ακουγόμαστε, έχουμε αναρωτηθεί άραγε πόσο διαφορετικές θα ήταν οι σχέσεις μας κι οι συμπεριφορές μας αν δε μας έτρωγε αυτό το σαράκι του φαίνεσθαι; Αν είχαμε τη θέληση, τη δύναμη, αν προσπαθούσαμε να ακούμε τους άλλους κι ας έχουμε εντελώς αντίθετη άποψη από αυτούς. Αν κάναμε την προσπάθεια να καταλάβουμε την ιστορία του καθενός, για να μπορέσουμε να τον σεβαστούμε. Πόσο ομορφότερη θα ήταν η καθημερινότητά μας, αν έστω κι ελάχιστα κάναμε τον κόπο να καταλάβουμε τον συνάνθρωπό μας, να καταλάβουμε την αντίληψή του και τις δυνατότητές του, ώστε να τον αγκαλιάσουμε, κι έπειτα να τον αγαπήσουμε για τις αδυναμίες του.

Να μαθαίναμε πώς συλλαβίζεται σε πράξεις ο σεβασμός κι η ελευθέρια  του λόγου. Πόσο σθένος χρειάζεται πραγματικά από κάποιον ώστε να μπορεί να υπερασπίζεται την άποψη του αλλού, όπως θα υπερασπιζόταν τη δική του; Τη δική του που την υπερασπίζεται με δέος και πάθος, διότι γνωρίζει εις βάθος τις ρίζες που την κρατούνε ακμαία και ζωντανή.

Η έλλειψη επικοινωνίας ή η κακή επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων έχει ως φυσικό επακόλουθο την ασέβεια σε κάθε μορφή της, πόσο μάλλον την ασέβεια του λόγου. Κάθε δευτερόλεπτο, κάθε λεπτό, κάθε ώρα που περνά, κλεινόμαστε σαν στρείδια μέσα στο εαυτό μας, ως αποτέλεσμα το κέλυφος να μας κάνει να νιώθουμε βασιλιάδες σε ένα παλάτι που απαρτίζεται μόνο απ’ το εγώ μας. Βασιλιάδες δε, μα ανίκανοι να μας αγαπάνε και να μας σέβονται.

Ας μαλακώσουμε λίγο την ιστορία μας, γιατί η κάθε ιστορία γίνεται πιο ενδιαφέρουσα όταν μπορεί να ακούει και να γίνεται καλύτερη μέσα απ’ τις υπόλοιπες. Κι ας επιτρέπουμε με σεβασμό ψυχής τις άλλες ιστορίες να ξετυλίγονται, δίνοντας στις ημέρες μας γνώση και καλύτερη προοπτική για το αύριο.

 

Συντάκτης: Βασιλική Μελισσουργού
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη