Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν, θα διαπιστώσουμε πως πολλές καταστάσεις στη ζωή χαρακτηριζόντουσαν απ´ την απλοϊκότητά τους. Μια απ’ αυτές ήταν κι οι ερωτικές σχέσεις των ανθρώπων. Σήμερα, -ηθελημένα ή άθελά μας- είναι διάχυτη η τάση να περιπλέκουμε αρκετά τα πράγματα. Το βλέπουμε καθημερινά δίπλα μας. Για να «κατακτήσεις» απόλυτα έναν άνθρωπο πρέπει να υπάρξει και λίγο δράμα, ώστε να φουντώσει το πάθος, λένε πολλά κλισέ.

Το πάθος με την αγάπη μπορούν εύκολα να συγχέονται μεταξύ τους. Όπως και να παρερμηνευθούν και να χάσουν το νόημά τους. Ωστόσο, είναι εντελώς διαφορετικά και ξεχωριστά συναισθήματα. Στο πίσω μέρος του μυαλού σου θεωρείς πως η αγάπη μπορεί να γίνει και κάτι βαρετό από ένα σημείο και μετά. Να μεταβληθεί σε μια συνήθεια που θα εξαντλήσει και θα εξαφανίσει την παθιασμένη φλόγα. Αυτό από πού πηγάζει; Στα σκαμπανεβάσματα που μπορεί να διαφανούν στην πορεία; Αυτό δε συμβαίνει και στην ίδια σου τη ζωή; Χάνεις, ωστόσο, το πάθος σου γι’ αυτή; Φαντάζομαι πως όχι.

 

 

Η ίντριγκα -γιατί αυτό είναι το δράμα- θεωρείται μια έντονη έλξη, μια κυρίαρχη αίσθηση θερμότητας. Πρόκειται, κυρίως, για την ανάγκη επιβεβαίωσης. Δεν ψάχνει να βρει τι υπάρχει κάτω απ´ την επιφάνεια. Φανερώνεται μια επιθυμία να σε αγγίξει κάποιος, να παρασυρθείς σ´ ένα παιχνίδι όπου θα νιώθεις μια φευγαλέα στιγμή έντονης ηδονής και διεκδίκησης. Σε βάζει στη διαδικασία να σκεφτείς πως όσο κυνηγάς κάτι, όσο κι αν παιδέψει, στο τέλος θα σου χαρίσει τη γεύση της κάλυψης των ανασφαλειών σου.

Όμως, δεν είναι κάτι που θα διαρκέσει. Απλώς, συμβολίζει μια προσωρινή αίσθηση. Κι είναι δύσκολο να κάνεις ένα βήμα πίσω από αυτή, γιατί είναι τόσο ισχυρή κι εθιστική. Αν δεις πέρα απ´ το ερεθιστικό περιτύλιγμά της, θα καταλάβεις πως κρύβει προβλήματα που από ένα σημείο και μετά γιγαντώνονται.

Η αγάπη είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία. Αφορά φαιά ουσία, πνεύμα, θαυμασμό, εσωτερικότητα, ηρεμία, αφοσίωση, αγνό ολοκληρωτισμό συναισθημάτων, αναζήτηση λύσεων, καρτερικότητα, διαφάνεια, αίσθημα εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας. Σαν μια βαθιά συνομιλία, με ατελείωτες ερωτήσεις που ψάχνουν ορθολογικά μονοπάτια. Ωριμάζει με την πάροδο του χρόνου. Και ποτέ δεν κουράζει.

Στο γιατί, όμως, προτιμάμε εκείνο που θα δραματοποιήσει μια κατάσταση αντί για εκείνο που θα μας κάνει τη ζωή πιο εύκολη, οι απαντήσεις κρύβονται εντός μας. Άραγε, έχουμε μάθει πως για ν´ αγαπήσουμε κάποιον πρέπει προηγουμένως να έχουμε αγαπήσει τον ίδιο μας τον εαυτό; Να του δώσουμε όλα εκείνα τα στοιχεία που ζητάμε απ´ τους άλλους. Να έχουμε αντιληφθεί τι ακριβώς ζητάμε από αυτόν; Να δεχτούμε τα σημαντικά και ν´ απορρίψουμε τ´ ασήμαντα; Κι εδώ παίζει σημαντικό ρόλο πως μάθαμε να μην υποχωρούμε, να μη δεχόμαστε πως μπορεί και να αποτύχουμε ή ν’ απορριφθούμε.

Ο φόβος μήπως και πληγωθείς, η πιθανή έλλειψη αυτοεκτίμησης, μαζί με την «μόδα» των χαλαρών σχέσεων, συχνά οδηγούν στη λήψη κακών αποφάσεων. Κι όταν ζεις με όλα αυτά τότε δεν αγαπάς με την ψυχή σου. Ερωτεύεσαι τον άνθρωπο που θα σε φτάσει στα όριά σου, όχι το άδολο όνειρο του ν´ αντικρίσεις το πεπρωμένο σου. Ακούς να σου λένε ότι μπορείς να χάσεις τον εαυτό σου στην αγάπη, αλλά δε σου λένε ότι είναι αποκρουστικό να φιλάς χωρίς συναίσθημα, να αγγίζονται τα σώματα χωρίς πνευματική σύνδεση, ν´ ακούς τα προβλήματα του άλλου χωρίς ν´ ακούει τα δικά σου, να νιώθεις μοναξιά κι ας είναι δίπλα σου.

Σύμφωνοι, οι εποχές αλλάζουν, οι ρυθμοί ζωής δε μας αφήνουν πολλά περιθώρια για να εξελιχθούμε όπως έχουμε φανταστεί. Είναι αυτή μια επαρκής δικαιολογία, ωστόσο; Θεωρώ πως όχι, επειδή κάποια πράγματα δεν αλλάζουν. Έχουν συγκεκριμένους όρους και κανόνες. Μπορούν να ελίσσονται και να έρχονται όσο πιο κοντά γίνεται στην πραγματικότητα της εκάστοτε προόδου.

Δυο άνθρωποι είναι πλασμένοι, για να γίνουν κομμάτι ο ένας του άλλου. Να νιώθουν τόσο δεμένοι μεταξύ τους, ώστε να μη φοβούνται και το αίσθημα της ελευθερίας που οφείλει να υπάρχει. Να περπατάνε μαζί και ν´ απολαμβάνουν το ταξίδι. Όχι να κυνηγάει ο ένας τον άλλον. Όχι να παίζουν κρυφτό.

 

Συντάκτης: Δημήτρης Μπότης
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου