Μου είπες θα φύγεις, μα είσαι ακόμα εδώ.

Πάει καιρός που κάνω σχέσεις, ερωτεύομαι, όμως αυτό που κάνω είναι ότι τον ψάχνω στον επόμενο. Μέχρι να γίνει κι αυτός προηγούμενος. Κι έρχεται ο επόμενος, κι ο μεθεπόμενος, μέχρι να έρθει «ο ένας».

Μα δεν έρχεται ποτέ, γιατί στο μυαλό μου, ο ένας είναι ακόμα αυτός. Εκείνος. Κι εγώ δεν έχω σταματήσει να τον ψάχνω.

Μη γελαστείς ότι ήσουν τέλειος, μην το πάρεις πάνω σου. Έκανες όμως εμένα να νιώθω τέλεια δίπλα σου.

Ξέρεις πόσο χυδαίο είναι να αγγίζεις κορμιά και να μην αγγίζεις ανθρώπους με προσωπικότητα, αλλά μάζες από σάρκα, σημάδια και τρίχες; Ξέρεις πώς είναι να τους κοιτάς στα μάτια, χωρίς να βλέπεις θάλασσες, αλλά το περίγραμμα των φακών επαφής τους; Να τους χαμογελάς κι αυτοί να πιστεύουν ότι τους ερωτεύτηκες, αλλά εσύ απλώς να γελάς γιατί κάτι μικρό πάνω τους σου θυμίζει εκείνον;

Ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορούσα να γίνω τόσο μελό.

Μελό; Γελάω ξανά – χαχα! Τινάζω τα μαλλιά και κοιτάζω τον καθρέφτη. Προβάρω το πιο ειλικρινές μου βλέμμα. Το γέλιο, τις ματιές.

Δεν απαντά, δεν γνέφει, κι ούτε με κρίνει. Αυτό με πείραξε; Ας τολμήσει κι αυτός.

«Ωραίο πράγμα ο έρωτας» λέω.

«Λατρεύω τα μάτια σου, τα χείλη σου, αυτό σου το χαμόγελο… τα χέρια σου» προβάρω στον καθρέφτη.

Τα χέρια του–

Πάντα πρόσεχα τα χέρια. Τα χέρια μαρτυρούν την αγκαλιά.

Θέλουν κι άλλοι να με σφίξουν αλλά δε θέλω εγώ. Θέλεις κι εσύ, που δε μου φταις σε κάτι, αλλά σ’ αφήνω να με αγκαλιάζεις, λίγο να θυμηθώ εκείνα τα χέρια.

Εσύ, ο επόμενος, με περίμενες, κι εγώ καθυστερούσα χαζεύοντας τη φωτογραφία του. Έπειτα κοίταξα κι εσένα. Έψαχνα ομοιότητες. Συμπλήρωνα τα κενά, να με πείσω ότι εσύ είσαι η απάντηση στο γρίφο μου. Πιο πολύ όμως έψαχνα διαφορές.

Για να μπορέσω να σε βρω αλλιώτικο από εκείνον, να τον βρω λίγο, στο διάολο να τον στείλω. Για να μπορέσω να μείνω μαζί σου όχι από ανασφάλεια, ότι δεν μπορώ να βρω κάποιον άλλο, αλλά για να με πείσω ότι δεν είναι εκείνος ο ένας, γαμώτο. Να γίνεις εσύ το αύριο, γιατί δε μπορώ άλλο να κυβερνά εκείνος το χθες μου.
Να μπορέσω να του βροντοφωνάξω:

Φύγε!

«Είναι άδικο» σιγοψιθύρισα και σε κοιτούσα, όμως δεν ήξερα αν το έλεγα για μένα ή σε σένα. Εγώ πονάω πιο πολύ από σένα, ξένε, επόμενε που ούτε το όνομά σου σε λίγο καιρό δε θα θυμάμαι, είμαι σίγουρη.

Γιατί εσύ αυτό που ποθείς το αγκαλιάζεις ενώ εγώ αυτό που ποθώ δεν το αγγίζω, το φαντάζομαι. Γιατί πονάω για την αδικία και για τους δυο μας. Πονάω κάθε φορά που σε λέω «μωρό μου».

Όταν κοιτάζω τα μάτια σου και το μόνο που βλέπω είναι εκείνον.

Τον βλέπω σε μάτια δανεικά, τον ψάχνω σε παρόμοια χαμόγελα, σε όμοιες φυσιογνωμίες και ήχους, ακόμα και σε μέρη που πηγαίναμε μαζί.

Πριν σε βρω, η μοναξιά φάνταζε για λίγο ιδανική.

Μετά όμως ήρθε η ανθρώπινη ανάγκη για συντροφικότητα, επιβεβαίωση – είναι απλώς αυτή η ανάγκη χωρίς όνομα.

Όπως όταν πεινάς, τόσο αυθόρμητα προκύπτει. Έτσι είναι κι ο έρωτας, ανάγκη να αγαπιέσαι, να σε ζεσταίνουν, να κρατιέσαι.

Πόσο να την καλύψει το μαξιλάρι στο μόνο μου στρώμα, όσο ακριβό και μαλακό κι ευωδιαστό κι αν είναι;

Τις προάλλες πήγαμε βόλτα. Εκεί που μου έσφιγγες το χέρι νόμισα ότι τον είδα.

Με μια άτσαλη κίνηση σου άφησα το χέρι κι έτρεξα, κι έμεινες να με κοιτάς σαστισμένος.

Δεν δικαιολογήθηκα, όχι γιατί δεν είχα κάτι να πω – τσάμπα οι τόσες πρόβες στον καθρέφτη; Δεν με ένοιαζε.

Γρήγορα όμως έφυγες κι εσύ και ήρθε άλλος επόμενος. Νομίζω είχε μπει Νοέμβριος. Σ ’αυτόν έψαχνα το χιούμορ του, το γούρλωμα από τα μάτια του όταν του άρεσα, όταν νευρίαζε ή ένιωθε αμήχανα. Αυτός θα μείνει παραπάνω, σκέφτηκα

Κι όντως έμεινε, κι όντως έφυγα.

Κι αποφάσισα να μείνω πάλι λίγο μόνη, γιατί η αδικία ήταν ανυπόφορη κι όταν πια του κράταγα το χέρι, ένιωθα ότι κουβαλάω βαλίτσα. Να ξεστομίζω ένα σωρό γλυκόλογα, ακόμα κι ο καθρέφτης μου με σιχάθηκε.

«Σε θέλω», «μην αργήσεις», «μου έλειψες», «πέρασα υπέροχα!»

Κι αυτό που τελικά ήθελα να πω ήταν «πέρασα υπέροχα, με τις αναμνήσεις που μου ξυπνάς».

Σου έδωσα πολλά ονόματα, ενώ εγώ θέλω μόνο ένα.

Γιατί ο έρωτας υπάρχει, το ξέρω, τον ένιωσα μαζί σου, όταν το σ’ αγαπώ ακουγόταν μοναδικό, κι όχι φτηνό και πληρωμένο.

Κι η γνώση ότι υπάρχει, μου δίνει δύναμη, από δω και πέρα να αναζητώ ξανά κάτι αληθινό.

 

Συντάκτης: Μαρία Ζάχα