Έχετε ακούσει από δικούς σας ανθρώπους, από φίλους, από αγνώστους στα social ή ακόμα και από εσάς τους ίδιους τις παρακάτω εκφράσεις;

«Δεν έχω δύναμη να σηκωθώ από το κρεβάτι».

«Κουράζομαι χωρίς να κάνω τίποτα».

«Δεν έχω διάθεση για τίποτα, αλλά ούτε μπορώ να εξηγήσω το γιατί».

«Νιώθω ένα κενό που δεν καλύπτεται με ό,τι κι αν κάνω, γι’ αυτό δε θέλω να κάνω τίποτα».

Είμαι βέβαιη πως κάποιοι θα βρουν τον εαυτό τους σε αυτές, και είναι οκ. Πάμε, λοιπόν, να δούμε αυτό που πολλοί αποκαλούν το σκοτεινό και ύπουλο «τέρας», το «τέρας της κατάθλιψης», από μια λίγο διαφορετική οπτική γωνία.

Για πολλά χρόνια πιστεύαμε ότι η κατάθλιψη αφορά αποκλειστικά το μυαλό. Παλαιότερα, όλοι έδειχναν τον άνθρωπο που βυθιζόταν στη θλίψη, μη μπορώντας να βρει και ο ίδιος γιατί νιώθει έτσι, και έλεγαν: «Αυτός/ή πάει, το έχασε το μυαλό του/της». Με το πέρασμα των χρόνων, γίναμε λίγο πιο ευγενικοί και συγκαταβατικοί απέναντι σε αυτό και αρχίσαμε να συνδέουμε την κατάθλιψη με δύσκολα συναισθήματα, τραυματικές εμπειρίες ή με τη γνωστή θεωρία της «χημικής ανισορροπίας» στον εγκέφαλο. Σήμερα, όμως, επιτέλους, η επιστήμη αρχίζει να βλέπει την εικόνα πολύ πιο ολιστικά, θα μπορούσαμε να πούμε.

Σήμερα, λοιπόν, η επιστήμη θέτει ένα ερώτημα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα ακουγόταν σχεδόν αδιανόητο. Το ερώτημα που θέτει είναι μήπως, σε ορισμένες περιπτώσεις, η κατάθλιψη σχετίζεται και με τη φλεγμονή του σώματος. Και σαφώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι τόσο απλή όσο ένα «ναι» ή ένα «όχι», επειδή ακριβώς η κατάθλιψη δε θεωρείται σήμερα μια κλασική φλεγμονώδης νόσος, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, για παράδειγμα, ή οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου. Παρ’ όλα αυτά, ολοένα και περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι αρκετοί άνθρωποι με κατάθλιψη εμφανίζουν αυξημένους δείκτες χρόνιας, χαμηλού βαθμού φλεγμονής.

Με άλλα λόγια, το σώμα τους βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκούς «συναγερμού», πράγμα που δεν αφήνει το ανοσοποιητικό ενός ανθρώπου να ξεκουραστεί ποτέ. Σκεφτείτε πως η φλεγμονή δεν είναι κάτι κακό. Αν, για παράδειγμα, κόψεις το δάχτυλό σου, αν κολλήσεις μια ίωση ή αν χτυπήσεις το πόδι σου, η φλεγμονή είναι ο φυσικός τρόπος με τον οποίο το σώμα σου προσπαθεί να σε προστατεύσει και να σε θεραπεύσει ταυτόχρονα.

Το πρόβλημα, όμως, ξεκινάει όταν αυτός ο συναγερμός μένει ενεργός για πολύ καιρό. Σκεφτείτε πως το χρόνιο στρες, η έλλειψη ύπνου, η καθιστική ζωή, η κακή διατροφή, το κάπνισμα, η μοναξιά και οι τραυματικές εμπειρίες μπορούν να κρατήσουν το ανοσοποιητικό μας σύστημα σε μια διαρκή κατάσταση εγρήγορσης. Και τότε δεν επηρεάζεται μόνο το σώμα, αλλά ταυτόχρονα και ο εγκέφαλός μας. Τότε, μέσα στον εγκέφαλό μας, συντελείται «πόλεμος».

Όταν υπάρχει χρόνια φλεγμονή, ο οργανισμός παράγει ουσίες που ονομάζονται κυτταροκίνες. Αυτές βοηθούν στην άμυνα του οργανισμού, αλλά, όταν παραμένουν αυξημένες για μεγάλο χρονικό διάστημα, φαίνεται τελικά ότι μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία του εγκεφάλου. Οι επιστήμονες, λοιπόν, πιστεύουν ότι μπορεί να επηρεάζουν τη διάθεση, τα κυκλώματα της ανταμοιβής, τη συγκέντρωση και την παραγωγή ορισμένων νευροδιαβιβαστών που σχετίζονται με το συναίσθημα.

Γι’ αυτό, πολλοί άνθρωποι με κατάθλιψη δεν περιγράφουν μόνο ψυχική θλίψη. Απεναντίας, πολλές φορές μιλούν και για ένα σώμα που μοιάζει να έχει αδειάσει από ενέργεια. Νιώθουν συνεχώς κουρασμένοι, έχουν πόνους χωρίς εμφανή αίτια, δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν και δεν μπορούν τις νύχτες να κοιμηθούν. Σαν ολόκληρος ο οργανισμός τους να έχει πατήσει «παύση».

Το λεγόμενο οξειδωτικό στρες δε μένει μόνο στο μυαλό· δεν του αρκεί να τραφεί μόνο από εκεί. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο συναντιούνται η ψυχολογία με την ιατρική. Φανταστείτε πως για χρόνια αντιμετωπίζαμε το ψυχικό και το σωματικό πρόβλημα σαν δύο διαφορετικούς κόσμους. Στην πραγματικότητα, όμως, συνομιλούν διαρκώς. Όταν βιώνουμε χρόνιο άγχος, όταν καταπιέζουμε τα συναισθήματά μας ή όταν ζούμε για μεγάλο διάστημα σε ένα περιβάλλον που μας κρατάει σε επιφυλακή, ο εγκέφαλος ενεργοποιεί ορμόνες και μηχανισμούς επιβίωσης.

Αν, λοιπόν, αυτή η κατάσταση κρατήσει για μήνες ή, ακόμη χειρότερα, για χρόνια, δεν επηρεάζει μόνο το μυαλό, αλλά πλέον κουράζει και εξαντλεί και το σώμα. Γι’ αυτό, δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι άνθρωποι που περνούν μεγάλες περιόδους ψυχικής πίεσης εμφανίζουν συχνότερα προβλήματα ύπνου, πεπτικές διαταραχές, μυϊκούς πόνους ή συχνότερες λοιμώξεις. Ακριβώς επειδή το σώμα «ακούει» όσα βιώνει η ψυχή. Μπορεί, όμως, τελικά να θεραπευτεί η κατάθλιψη με αντιφλεγμονώδη φάρμακα;

Εδώ χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή. Το γεγονός ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στη φλεγμονή και την κατάθλιψη δεν σημαίνει ότι τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα αποτελούν θεραπεία για την κατάθλιψη. Η έρευνα συνεχίζεται και υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένοι ασθενείς με αυξημένους δείκτες φλεγμονής ίσως ωφελούνται από πιο εξατομικευμένες προσεγγίσεις. Όμως, προς το παρόν, οι βασικές θεραπείες παραμένουν η ψυχοθεραπεία, η φαρμακευτική αγωγή, όταν κρίνεται αναγκαία, και οι αλλαγές στον τρόπο ζωής, πάντοτε σε συνεργασία με επαγγελματίες υγείας.

Δεν υπάρχει μια μαγική λύση. Υπάρχουν, όμως, μικρές καθημερινές συνήθειες που φαίνεται να ωφελούν τόσο την ψυχική όσο και τη σωματική υγεία. Αυτές μπορεί να είναι η ποιοτική διατροφή, η τακτική κίνηση, ο επαρκής ύπνος, η ανθρώπινη σύνδεση, η μείωση του χρόνιου στρες και η ψυχοθεραπεία, όταν κουβαλάμε εμπειρίες που το σώμα και η ψυχή δεν κατάφεραν ποτέ να επεξεργαστούν. Όλα αυτά μπορεί να μη θεραπεύουν την κατάθλιψη από μόνα τους, όμως σίγουρα δημιουργούν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο ο οργανισμός μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα.

Ίσως, λοιπόν, το σημαντικότερο μήνυμα όλων αυτών των ερευνών δεν είναι αν η κατάθλιψη είναι ή δεν είναι φλεγμονώδης νόσος. Είναι ότι δεν μπορούμε πλέον να αντιμετωπίζουμε τον άνθρωπο σαν να αποτελείται από ξεχωριστά κομμάτια. Δεν υπάρχει ένα μυαλό που υποφέρει και ένα σώμα που παρακολουθεί αμέτοχο. Υπάρχει ένας οργανισμός που αισθάνεται, αντιδρά, θυμάται και προσπαθεί να προσαρμοστεί. Κάποιες φορές η ψυχή πονάει τόσο, που το σώμα αρχίζει να μιλάει, και κάποιες φορές το σώμα βρίσκεται σε τόσο μεγάλη επιβάρυνση, που ο εγκέφαλος δυσκολεύεται να διατηρήσει την ψυχική του ισορροπία.

Η κατάθλιψη δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα, δεν είναι τεμπελιά και σίγουρα δεν είναι κάτι που λύνεται με ένα «έλα μωρέ, σκέψου θετικά». Είναι μια σύνθετη κατάσταση, όπου ο εγκέφαλος, το σώμα, οι εμπειρίες και τα συναισθήματα αλληλοεπιδρούν διαρκώς. Και όσο περισσότερο το κατανοούμε αυτό, τόσο πιο κοντά ερχόμαστε όχι μόνο στην καλύτερη θεραπεία, αλλά και στη μεγαλύτερη κατανόηση απέναντι σε όσους τη βιώνουν.

ΥΓ. Στο ατελείωτο αυτό τούνελ πάντοτε θα ξεπροβάλλει μια υποψία φωτός και ίσως αυτό να είναι αρκετό για να σου δείξει τον δρόμο.

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου