Σε εποχές –θεωρητικής– ισότητας και σεβασμού της διαφορετικότητας, μετά από δεκάδες χρόνια αγώνα για την καταπάτηση παλαιολιθικών αντιλήψεων και πάλη για ίση αντιμετώπιση, πολλοί θεωρούν τη κατάσταση ως δεδομένη και πεπερασμένη. Μα ο λόγος που συμβαίνουν τα pride, οι έντονες αντιδράσεις των ομοφυλόφιλων, ή των αλλόθρησκων, ή των ανάπηρων είναι η χροιά που δόθηκε με τα χρόνια στις νέες καταστάσεις και δομές.

Αυτό-ονομαστήκαμε αντιρατσιστές με κεφαλαία γράμματα, απαλλάξαμε απ’ τους ώμους μας το βάρος της κακής συνείδησης και κοιμηθήκαμε ήσυχοι στο μαξιλάρι της ενοχής. Γιατί όσο και να απαλλαχτούμε με βαρύγδουπες δηλώσεις απ’ τη σφραγίδα του ρατσιστή, μέσα μας γνωρίζουμε ότι τα λόγια είναι απλά λόγια.

Λέμε και ξαναλέμε, αλλά στην πραγματικότητα η ροή της σκέψης μας και των πράξεών μας δεν αλλάζει. Ορίζουμε το πλαίσιο του ρατσισμού εκεί που μας βολεύει, δηλαδή τα όρια της δίκης μας συνείδησης. Και στα όρια των όσων πιστεύομε, ανεβάζουμε ένα τείχος κι έξω απ΄ αυτό θεωρούμε το οτιδήποτε ως δείγμα ρατσισμού. Έτσι απαλλαγμένοι και ήσυχοι για όσα είμαστε και νιώθουμε, συνεχίζουμε «αγαπώντας το διαφορετικό, αρκεί να μην…». Πιο χαρακτηριστική φράση απαρχής ρατσιστικής δήλωσης δε θα ματαδείτε στη ζωή σας όλη.

«Αρκεί να μην προκαλούν», θα πουν. Συνήθως για τους ομοφυλόφιλους. Να μην κρατιούνται χέρι-χέρι, να μη φιλιούνται σε δημόσιο χώρο. Να μην υιοθετούν παιδιά. Να μην παντρεύονται. Να μην κάνουν όσα θέλουν να κάνουν. Μα καλύτερα να κρυφτούν να μην τους δει κάνεις. Να μη τους πάρει χαμπάρι και χαλαστεί η ιδεώδης άποψη που υπάρχει στα μυαλά μερικών. Αρκεί, σου λέω, να μη μάθουμε ποτέ αυτό που είναι. Αρκεί να μην είναι όσο ελεύθεροι είναι οι υπόλοιποι.

Και πείτε μου εσείς ότι αυτή η παράγραφος δεν είναι ό,τι πιο παράλογο έχετε δει. Ότι η απόκρυψη των συναισθημάτων είναι η σωστή αντιμετώπιση. Ότι το να μην εκφράζεται κάθε ζευγάρι όπως θέλει είναι η προϋπόθεση ώστε να γίνουν αποδεκτοί. Μα πείτε μου, γιατί όλα τα στρέιτ ζευγάρια μπορούν να κρατιούνται αγκαλιά, να φιλιούνται, να παντρεύονται και να ερωτεύονται χωρίς περιορισμό, μα τα γκέι όχι. Ποιος ορίζει τι επιτρέπεται να κάνει κάποιος στην ερωτική του ζωή και ποιοι είναι όλοι οι υπόλοιποι που θα τους βάλουν περιορισμούς. Πώς μια τέτοια άποψη αυτοχαρακτηρίζεται αντιρατσιστική, ενώ στάζει μισαλλοδοξία και μικροψυχία.

Χορτάσαμε «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά αυτό δεν είναι φυσιολογικό, αλλά έτσι εντείνεται η υπογεννητικότητα, αλλά προκαλούν και δε μου αρέσει να τους βλέπω». Τόσο που πια θέλουμε να τα ξεράσουμε.

Ο καθένας κάνει ό,τι θέλει. Και κανείς δε θα υποδείξει στον άλλον την πορεία της ζωής του. Δε θα κάνουν παιδιά, δεν είναι όλοι φτιαγμένοι γι’ αυτό, ή και θα κάνουν, μπορεί να υιοθετήσουν, μπορεί να παντρευτούν και να ζήσουν ευτυχισμένοι. Μπορεί να ερωτευτούν και πάλι να ζήσουν ευτυχισμένοι. Κι αν μιλάμε για πραγματική ισότητα, ο γάμος τους αφορά κι είναι δικαίωμα όλων, όπως κι η υιοθεσία, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα οποιουδήποτε ελεύθερου ανθρώπου. Εκτός αν κι η ελευθερία είναι κι αυτή υποκειμενική.

Μα ο ρατσισμός υπάρχει παντού, όποια πέτρα και να σηκώσεις. Υπάρχει στην εργασία, γιατί οι γυναίκες συνήθως θεωρούνται κατώτερες από έναν άνδρα, που καταλαμβάνει περισσότερες θέσεις κι απολαβές ανεξαρτήτως πτυχίου κι ακαδημαϊκών γνώσεων.

Ένας άνδρας είναι πιο ικανός γι’ αυτή τη θέση. Κι ας μπορεί μια γυναίκα να κάνει την ίδια δουλειά δέκα φορές καλύτερα. «Μα όχι! Αυτό δεν είναι ρατσισμός, είναι θέμα στατιστικών». Όχι, αγαπητέ μου, αυτό κι αν είναι διάκριση και σεξισμός! Με αυτόν τον τρόπο δεν υπάρχει ισοτιμία ούτε στην επιχείρηση μα ούτε φυσικά και στους ίδιους τους εργαζόμενους. Και τέτοιες κλασικές περιπτώσεις άνδρα- γυναίκας, νομίζαμε ότι αντιμετωπίστηκαν πλήρως πριν κάτι χρόνια με το δικαίωμα ψήφου και την είσοδο αυτής στην αγορά εργασίας, μα πάντα θα υποβόσκουν αυτές οι απόψεις κι υποσυνείδητα θα βγαίνουν στην επιφάνεια και θα αλλοιώνουν κάθε προσπάθεια αλλαγής κι εξέλιξης.

Κάθε φορά που βλέπουμε έναν άνθρωπο με αναπηρίες και με σιγουριά θεωρούμε ότι δεν είμαστε ρατσιστές, καλύτερα να το ξανασκεφτούμε. Γιατί κάθε φορά θα τον υποτιμήσουμε όταν αποκτήσει μια θέση εργασίας, κάτι που επιθυμούσαμε, όταν καταφέρνει κάτι αξιοσημείωτο, γιατί αντί να τον θεωρήσουμε έναν από εμάς, τον λυπόμαστε και με αυτόν τον οίκτο μας συγκαλύπτουμε τις ρατσιστικές μας ρίζες. Κι ύστερα παρκάρουμε σε θέσεις αναπήρων, αδιαφορώντας για την ποιότητα ζωής τους, ίσως γιατί υποσυνείδητα την θεωρούμε κατώτερη απ’ τη δική μας.

«Είμαι εγώ ρατσιστής με τους αλλοεθνείς;», λένε. Κανένα θέμα, αρκεί να μη με πλησιάσουν, αρκεί να μη διεκδικήσουν δική μου θέση, αρκεί να μην κάνουν κάποιο ατόπημα, γιατί τότε όλα τα μέσα θα δώσουν βαρύτητα στην καταγωγή του. Μα αν ήταν Έλληνας θα περνούσε στα ψιλά γράμματα ως απλά «δράστης». Γιατί τότε δε θα έχει τόση σημασία. Γιατί ακόμα και τα μέσα συντηρούν ένα ρατσιστικό υπόβαθρο και με μεγάλη ευκολία το προωθούν σε κάτι εκατομμύρια τηλεθεατές.

Γιατί και εσύ, πατέρα, και εσύ, μητέρα, δε θα θέλατε αλλοεθνή σύντροφο για το γιο ή την κόρη σας. Ούτε δουλέψει στο μαγαζί σας, να μπει στην παρέα σας, να σας πουλήσει κάτι, να κρατάει τη σημαία, ακόμα κι αν είναι ο καλύτερος του σχολείου. Γιατί τότε σας ξυπνάνε τα εθνικιστικά σας ένστικτα, κοιμίζοντας τα ανθρώπινα, αυτά που θα έπρεπε μόνιμα να υπερισχύουν απέναντι σε καθετί άδικο και μισαλλόδοξο!

Κι όλα αυτά ως το ελάχιστο παράδειγμα του κόσμου που ζούμε και των μυαλών που κουβαλάμε. Κρυφτήκαμε πίσω από «αλλά» και «μα» και κρίνουμε τον κόσμο όλο. Κι ό,τι διαφορετικό δούμε πρώτα αποποιούμαστε των ευθυνών ξεκαθαρίζοντας τον αντιρατσιστικό μας ρόλο κι έπειτα, με το πιο κατακριτέο βλέμμα μας, διακρίνουμε αυτά που μας αρμόζουν και συμφωνούμε και κάνουμε στην άκρη όσα δε βρίσκονται στο πλαίσιο της αισθητικής μας.

Μα η οριοθέτηση των υποκειμενικών κανόνων στους νομούς της ελευθερίας είναι αβάσιμη. Η ελευθερία θεμελιώνεται στη χωρίς όρια και μέτρα συμπροφορά, αρκεί να μη παραβιάζει νόμους και το δικαίωμα της ελευθερίας του άλλου. Γι’ αυτό σκέψου. Είσαι κι εσύ ρατσιστής. Κι αντί να το αρνηθείς κάνε κάτι καλύτερα για να το αλλάξεις.

Μη βλέπεις χρώμα, μα χαρακτήρα. Μη βλέπεις φύλα, μα αγάπη. Μη βλέπεις αδυναμία, αλλά κατορθώματα. Και πριν δεις με τα μάτια τα δικά σου, πρώτα δες με τα μάτια του άλλου.

 

Συντάκτης: Χριστίνα Καρυοφυλλίδου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη