Παρασκευή βράδυ. Γελάω κάθε φορά που σε θυμάμαι να γκρινιάζεις τις φορές που αργούσα να ετοιμαστώ και με κορόιδευες που ξεκινούσα δύο ώρες πριν, αλλά κατέληγα να είμαι πάντα η τελευταία. Σε έπιανα να με χαζεύεις τις ώρες που έψαχνα ρούχα και σου χαμογελούσα όλο νάζι, μήπως και ξεχάσεις ότι σε έχω στήσει μισή ώρα. Προσπαθούσες να μείνεις σοβαρός όταν καθόμουν με τα πόδια σταυρωμένα να κοιτάω το κενό. Σχεδόν ποτέ δεν τα κατάφερνες και εγώ θύμωνα μαζί σου, γιατί δεν μπορείς να καταλάβεις πώς είναι να θες μια συγκεκριμένη μπλούζα και να μην την έχεις.  

Μου χάρισες όμορφες στιγμές. Από εκείνες που σε χάζευα την ώρα που οδηγούσες, που με έβγαζες φωτογραφίες όταν δεν κοιτούσα και προσπαθούσες να ξεκλέψεις μερικά δευτερόλεπτα ανάμεσα στα γέλια των υπόλοιπων για να με φιλήσεις, πριν μας καταλάβουν. Μου έδειξες καινούργιους τόπους και νέα μέρη. Έβαζες δικές σου μουσικές, που εγώ έκανα τάχα πως δεν ακούω, μα όταν γυρνούσα σπίτι, έψαχνα με όσες διάσπαρτες λέξεις θυμόμουν, μήπως τα βρω και τα σιγοτραγουδήσω. Μη νομίζεις ότι το παίζω υπεράνω. Το «ευχαριστώ» στο χρωστάω, ακόμα κι αν δε βρω το θάρρος να στο πω ποτέ από κοντά.

Καθώς μεγαλώνουμε, νομίζουμε πως οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αγγελικά πλασμένες. Ο καθένας μας θα πάρει το happy end που του αξίζει και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Και κάπως έτσι, ξυπνάς ένα ωραίο πρωί και πέφτεις από το συννεφάκι σου. Οι άνθρωποι, όμως, μπορεί φαινομενικά να είναι ευτυχισμένοι, αλλά μέσα τους να νιώθουν μοναξιά. Καλύτερα να τελειώνεις κάτι πριν το σιχαθείς, καλύτερα να φεύγεις πριν να σε μισήσεις. Δεν έχει σημασία αν δυο άνθρωποι θέλουν να είναι μαζί. Αν δεν ταιριάζουν, δε θα στεριώσουν πουθενά.  

Γιατί στην αρχή το άσπρο το βλέπεις γκρι. Μαθαίνεις να το αγαπάς και προσπαθείς να το ταιριάξεις με το δικό σου μαύρο. Κι ο άλλος προσπαθεί να το ταιριάξει με το δικό του άσπρο. Μετά από κάποιο καιρό, όμως, σε ενοχλεί αυτή η αντίθεση. Το μαύρο γίνεται μαύρο και το άσπρο γίνεται άσπρο κι’ αυτό. Και έτσι, το «εμείς» γίνεται «εγώ».  

Σε κάθε φυγή ξεχαρβαλώνεσαι και χάνεσαι. Γίνεσαι ένα κουβάρι από αισθήματα, τα μισά πεταμένα αριστερά και δεξιά και τα υπόλοιπα κρατημένα βαθιά μέσα -μη μας πούνε και αναίσθητους. Αποσυναρμολογήθηκα, που λες, και εγώ και έκανα την αρχή να με βρω ξανά.  

Αυτή η φορά, όμως, ήταν διαφορετική από τις άλλες. Παρόλο που έφυγες, μου άφησες πίσω ανθρώπους που δε θα φανταζόμουν ποτέ ότι θα είχα στη ζωή μου. Εσύ μπορεί να επέλεξες να αποκοπείς από παντού, να κλείσεις πόρτες σε γνωστούς και φίλους, εγώ όμως αποφάσισα να μοιραστώ μαζί τους τα τσιγάρα μου και τη καθημερινότητά μου -άντε και λίγα όνειρα.  

Είναι τα ξενύχτια σε μαγαζιά, παρέα με κρασί, να τραγουδάμε τα αγαπημένα μας τραγούδια. Είναι εσωτερικά αστεία, αυθόρμητες φωτογραφίες, αγκαλιές που δεν προγραμματίζεις, κλάματα και γέλια. Είναι σκέψεις που μοιράστηκες στις έξι το ξημέρωμα, μεθύσια που θα έχεις σίγουρα να θυμάσαι και στιγμές που σκέφτεσαι και χαζογελάς μόνος σου. Είναι όλα αυτά που μου χάρισες, χωρίς να έχεις την παραμικρή ιδέα. Είναι άνθρωποι που μοιράζεσαι τις σκέψεις σου, τολμάς να είσαι ο εαυτός σου, γελάς με τα χάλια σου και συνειδητοποιείς πως η ζωή, τελικά, δεν είναι τόσο χάλια.  

Πού και πού ανάμεσα στις συζητήσεις μας, σε αναφέρουμε. Εκεί που λέμε για το πόσο εύκολα γίνονται ξένοι οι άνθρωποι. Πόσο εύκολα μπορούν να ξεχάσουν, πόσο εύκολα μπορούν να προχωρήσουν. Τα βλέμματά μας διασταυρώνονται στο άκουσμα του ονόματός σου και διακρίνω μερικά πικρά χαμόγελα. Μόνο που, αλήθεια, αναρωτιέμαι τι σκεφτόσουν όταν έκοβες κάθε επαφή; Όταν το «θα κανονίσουμε» έγινε καραμέλα, για να αποφύγεις τυχόν γκρίνια από άτομα που στην πραγματικότητα σε νοιάζονται ακόμα.  

Όπως και να ‘χει, ειλικρινά, σ’ ευχαριστώ. Δεν ξέρω τι είχες στο μυαλό σου όταν άφηνες όλα αυτά τα κομμάτια πίσω σου, αλλά έφτασαν στα δικά μου πόδια και αποφάσισα να τα μαζέψω και να τα συναρμολογήσω. Μου πήρε καιρό, ακόμα προσπαθώ, αλλά δες πόσο καλά τα καταφέρνω, αυτή τη φορά, χωρίς εσένα.  

Κι’ όλα αυτά μέχρι να αφήσω το ποτήρι μου κάτω, να πετάξω μια μαλακία και εσύ να ξεχαστείς από τη συζήτηση του τραπεζιού.  

 

Συντάκτης: Χριστίνα Νικολοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Μάιρα Τσιρίγκα