Ήρθες κι έφερες τα πάνω κάτω στη ζωή μου. Αλλιώς τα νόμιζα, αλλιώς τα είχα προγραμματίσει και σκεφτεί. Ήσυχα και γαλήνια χωρίς πολλά ζητούμενα, μα πολύ παρόμοια καθημερινά δεδομένα. Τραβούσα τις κουρτίνες να μπει το φως και πίστευα στις ψευδαισθήσεις που μου ταχυδρομούσαν οι πρωινές αχτίνες. Μια ακόμη μέρα, να γυρεύει ελπίδα, να γυρεύει απαντήσεις κι εγώ να βουλιάζω τα χείλη μου στη γεύση του καφέ.

Δεν ξέρω αν σε φαντάστηκα, αν σε προκάλεσα κι αν παρακάλεσα για σένα υψώνοντας το βλέμμα ένα βράδυ καθώς πέφτανε τ’ αστέρια, δεν ξέρω καν πότε ξεκλείδωσα τα ερμητικά κλεισμένα μου για να σου πω «περάστε». Ξέρω μόνο πως όταν αφέθηκα στα δυο σου χέρια, βρήκα το σπίτι μου. Η παρουσία σου, αναστάτωση κι εισβολή στη ζωή μου. Δε σε είχα λογαριάσει όταν είπα πως ως εδώ ήταν κι έκλεισα το φως ν’ αποκοιμίσω τα συναισθήματα και τις αισθήσεις μου. Το γέλιο σου όμως ήταν αρκετό για να σπάσει τα δεσμά της σιωπής μου.

Πίστευα πως όλα τα είχα δει και τα είχα ακούσει, πίστευα πως δεν είχα τίποτε να περιμένω και ν’ ανακαλύψω στα λόγια ή στο άγγιγμα κάποιου. Πίστευα, όλα τα πίστευα, όλα τα νόμιζα, όλα τα είχα αποκλείσει και τα είχα φυλάξει μαζί με τα γυαλικά μου σε κείνα τα ντουλάπια που δεν ήθελα ποτέ να ξανανοίξω, ούτε καν στις γιορτές.

Κι όμως ξημέρωσες εσύ μαζί με όσα μ’ έφεραν μπροστά στα «μη» και τα «όχι» και μ’ έκανες να θέλω να ζήσω όλα εκείνα τα «δεν πρέπει και δε γίνεται». Κάπως έτσι άρχισα να ξαραχνιάζω της ζωής τα ξεχασμένα. Κάθε μέρα για μένα κοντά σου μια δοκιμασία. Όλα όσα με φόβιζαν κι όλα όσα δίσταζα να γευτώ και να ζήσω, μόλις μου κράτησες το χέρι και μου είπες «τόλμα», έγιναν στρωμένο χαλί να περπατήσω. Με οδήγησες σε άγνωστες διαδρομές, σκοτεινές και ταυτόχρονα πιο φωτεινές από καθετί που είχα ζήσει πριν φτάσω σε σένα.

Τελικά η παρουσία ενός ανθρώπου στη ζωή σου κι εκείνες οι δικές του μικρές μα γεμάτες νόημα λέξεις σε κάνουν να δεις τα πράγματα πιο ξεκάθαρα και να ανακαλύψεις ή να θυμηθείς στοιχεία δικά σου για τα οποία εθελοτυφλούσες. Έτσι ξαφνικά ανακαλύπτεις τα όρια του μυαλού σου, της ψυχής σου και του κορμιού σου. Σε μαθαίνεις και σε ξαναθυμάσαι. Βρίσκεις τη δύναμή σου μέσα απ’ την αδυναμία που του έχεις κι αρχίζεις να χαμογελάς, αληθινά και να ομορφαίνεις περισσότερο από ποτέ.

Αυτό έγινες εσύ για μένα. Ο μαγικός μου καθρέφτης. Εκείνος που κάθε μέρα μου λέει χωρίς καν να τον ρωτήσω πόσο ομορφότερη γίνεται η ζωή μου μέσα απ’ την ύπαρξή σου. Για όσο κρατήσει. Άλλωστε ποιος νοιάζεται για το πόσο; Η ποιότητα πρέπει να μας απασχολεί σε μια σχέση. Αυτό έχω μαζί σου. Ποιότητα στιγμών. Νιώθω πως κοντά σου βιώνω ένα παιχνίδι χαμένου θησαυρού. Από την καλημέρα σου, ως την καληνύχτα σου, νιώθω σαν αρχαιολόγος που κρατάω εκείνα τα μικρά βουρτσάκια κι ανακαλύπτω σιγά-σιγά μικρά σημεία δικά σου, τα οποία ταυτόχρονα μοιάζουν τόσο να είναι δικά μου.

Σε οικειοποιούμαι χωρίς να ξέρω και χωρίς να σου φανερώνω κανένα παραπάνω στοιχείο από όσα είμαστε, ή μπορούμε να γίνουμε. Δίπλα σου ζω στιγμές γεμάτες αδρεναλίνη, που μου τις ξεκουράζει ένα σου βλέμμα, μια γλυκιά σου κουβέντα και μια αγκαλιά. Ξέρεις εκείνη τη δική μας που κουλουριάζεται το σώμα και κουμπώνει κάθε κομμάτι σάρκας μου με το δικό σου και μπλέκονται τα δάχτυλά σου στα μαλλιά μου κι ακουμπάνε τα χείλη μου στα δικά σου και βυθίζονται τα βλέμματά μας στο αχανές; Ξέρεις, τι εννοώ.

Έρχονται στιγμές που σκέφτομαι πώς είναι δυνατόν ένας μόνο άνθρωπος να σου αλλάξει όλη σου την κοσμοθεωρία, χωρίς να καταβάλλει καμία προσπάθεια, χωρίς να κάνει τίποτε παραπάνω πέρα απ’ το να είναι ο εαυτός του. Ίσως γιατί ο ίδιος άνθρωπος δε δέχεται να αλλάξεις κι εσύ τίποτε από όσα είσαι, γιατί βλέπεις στα μάτια του πως κάθε σου ατέλεια είναι απλώς κομμάτι σου και το έχει αγαπήσει ήδη ίσως και περισσότερο από σένα.

Δε σε περίμενα και δε σε υπολόγιζα κι όμως εσύ έσπασες κάθε φράγμα και φραγμό και τελικά ήρθες στη ζωή μου. Ήρθες και μάλιστα δεν ήσουν καν το ιδανικό μου, μα κοίτα να δεις που έγινες και γουστάρω κιόλας.

 

Συντάκτης: Μελίνα Αγγελάκη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη