Σύμφωνα με το ελληνικό λεξικό η επέτειος μεταφράζεται σαν τη μέρα κατά την οποία συμπληρώνεται ένας χρόνος ή περισσότεροι, από τότε που συνέβη ένα συγκεκριμένο γεγονός το οποίο είναι αξιομνημόνευτο. Είναι θα έλεγα όλα αυτά που μας σημάδεψαν καρδιά και μυαλό. Είναι αυτές οι μέρες που όσο πλησιάζουν οι μνήμες ξαναζωντανεύουν.

Είναι τόσο παράξενα όμορφο, που το ανθρώπινο μυαλό επισφραγίζει μέσα του τις ημερομηνίες που κάποιοι άνθρωποι μπήκα στη ζωή μας. Είναι σαν να θέλουμε μια φορά τον χρόνο ή τον μήνα να μετράμε τις μέρες που περνούν, σαν να θέλουμε να τις κρατήσουμε για πάντα. Όμως αυτές οι επέτειοι δεν υπάρχουν μόνο για να μας υπενθυμίζουν χαρές, αλλά και λύπες.

Ο θάνατος είναι η θλιβερότερη επέτειος. Είναι σαν να παίρνει σάρκα κι οστά η στιγμή που χάσαμε αγαπημένα μας πρόσωπα. Σαν να αποχαιρετήσαμε μαζί με αυτά κι ένα κομμάτι μας που θα παραμένει για πάντα κενό. Συνήθως όσο πλησιάζουν αυτές οι θύμισες οι πληγές ανοίγουν και πάλι. Γιατί ακόμα κι αν τις υπόλοιπες μέρες το μυαλό ξεγελιέται, τη μέρα που επισφραγίστηκε αυτό το αντίο όλα ζωντανεύουν και πάλι.

Αυτοί οι πρόωροι αποχωρισμοί με όλα τα «γιατί» που άφησαν πίσω τους. Αυτό το τέλος που ήρθε μια μέρα σαν όλες τις άλλες και μαζί του έφερε μια απουσία. Άνθρωποι που απλά σταμάτησαν να μιλούν ο ένας στον άλλο. Άνθρωποι που απλά αποφάσισαν πολλές φορές να στηρίξουν έναν εγωισμό.

Ακούω συχνά γύρω μου, ανάμεσα στα πρόσωπα που με περιτριγυρίζουν, φράσεις όπως: «Σαν σήμερα είναι η τελευταία φορά που τον είδα. Έχει περάσει ένας χρόνος». Γιατί κι η απουσία ενός άλλου κάποτε μισού, αφήνει σημάδια κι επισφραγίζεται με τη μέρα οπισθοχώρησης του ενός.

Είναι μέρες για άλλους ανθρώπους αδιάφορες. Κανείς δεν ξέρει ποια θλίψη κρύβει αυτό το νούμερο στο ημερολόγιό μας. Πίσω από μια σελίδα με εκατομμύρια γενέθλια, άπειρες εορτές, κρυμμένα πρώτα «σ’ αγαπώ» κι οριστικά «αντίο». Κάθε φορά που σε πλησιάζει αυτή η ημέρα θυμάσαι και συχνά θυμώνεις για όσα σου στέρησε.

Το έχει ανάγκη το μυαλό να έχει κάτι να περιμένει. Σιωπηλά κι υπομονετικά μέχρι να ξαναθυμηθεί με όλες τις τιμές που αρμόζουν την επέτειο που το χάραξε. Γιατί τις υπόλοιπες μέρες ίσως και να προσπαθεί να ξεχάσει, αυτή τη συγκεκριμένη μέρα, όμως, έχει όλα τα ελαφρυντικά να βγάλει αυτά που πνίγει μέσα του.

Άτιμος ο χρόνος, άτιμο και το μυαλό. Γιατί αυτά τα δυο συμμαχούν για μία φορά το χρόνο και σε κολλούν στον τοίχο. Κι αν το τέλειο φάρμακο θα ήταν η αμνησία, κανένας δε βρέθηκε να μας την προσφέρει. Κι ακόμα κι αν βρισκόταν, αρκετοί από εμάς παρ’ όλα τα συναισθήματα που κρατά μέσα μας αυτή η ανάμνηση δε θα τη σβήναμε. Γιατί σαν παιδί περιμένει να βγει έξω και να παίξει με το μυαλό μας.

Αυτές οι μέρες πάντα θα κρύβουν έναν φόβο, μια προσμονή και μια θύμηση. Κάπου ανάμεσα σ’ αυτές θα θυμόμαστε νοσταλγικά τα κομμάτια του εαυτού μας που έμειναν κλειδωμένα, γιατί κάθε επέτειος κρύβει ένα γεγονός που μας σημάδεψε. Ίσως η προσμονή είναι να ξαναβρεί αυτά τα χαμένα κομμάτια, κάθε που πλησιάζουν οι μέρες. Κι αν δεν κολλήσουν ποτέ, θυμόμαστε τον άνθρωπο που κάποτε ήμασταν, μαζί με αυτούς που αφήσαμε πίσω.

Συντάκτης: Χριστιάνα Παν
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη