Ήρθε η στιγμή που τελώ τα κοινωνικό-οικογενειακά μου καθήκοντα και κάνω την καθιερωμένη επίσκεψη στη γιαγιά μου. Αυτή η φορά όμως είχε κάτι το διαφορετικό. Τα χέρια της τρέμουν. Μου προσφέρει τσάι στην καλή της πορσελάνη όπως πάντα. Κάθομαι στο καναπέ απέναντί της και το πρωτοφανές, δεν άρχισε την «ανάκριση». Ούτε αν έχω σχέση, ούτε τι κάνω με την δουλειά, ούτε πώς περνάω τις μέρες μου. Το βλέμμα της έχει καρφωθεί στο παράθυρο και κάτω από τα βλέφαρα της παίζουν σκηνές ξεθωριασμένες.

«Είχα πολύ καιρό να μιλήσω με άνθρωπο με σάρκα και οστά. Μόνο σε άψυχες φωτογραφίες τα έλεγα.»

Σηκώνεται και με τις άκρες των δαχτύλων της χαϊδεύει ένα 45αρι βινύλιο που είχε ακουμπισμένο στο τραπεζάκι. Έχει πάνω μια αφιέρωση με μισοσβησμένα πλέον γράμματα, που πρώτη φορά προσέχω. Το γραμμόφωνο αναστενάζει αλλά ακολουθεί δειλά τον νοσταλγικό ρυθμό. «Ας ερχόσουν για λίγο» και το αηδόνι του Αττίκ μπαίνει στο δωμάτιο. Και κάπως έτσι ξεκινάει αυτή η αναδρομή στο παρελθόν.

«1948 ήταν όταν πρωτοάκουσα αυτό το τραγούδι. Πόση ένταση κρύβουν τούτοι οι στίχοι. Έρωτες μιας άλλης εποχής και όμως νιώθω σαν να ‘ταν χθες. Ξυπνάνε πλάι μου, πίνουν καφέ το πρωί, ζουν μαζί μου. Το ξέρω πως είναι μάταιο να τα σκέφτομαι όλα αυτά. Οι στιγμές και οι ψυχές ανήκουν στο χθες. Το μόνο που φέρνω στο τώρα είναι μερικά κομμάτια του τότε, τη θαλπωρή της παρέας, την αθωότητα για εκείνον τον ξένο, το χειροφίλημα στην είσοδο του σπιτιού, τις αφιερώσεις σε ξεχασμένα βινύλια, τους έρωτες που καίνε ακόμη την καρδιά. Κι εκείνος να καίει ακόμη μέσα μου.

»Κανείς τους δεν έμαθε ποτέ πως δεν ήθελα τίποτα άλλο παρά μόνο εκείνον. Μην κοιτάς που γέρασα, τα θυμάμαι όλα. Θυμάμαι ακόμη τις βόλτες μας στην παραλία. Τα τυχαία αγγίγματα των χεριών που διαρκούσαν μόλις λίγα δευτερόλεπτα και όμως μου ζέσταιναν τη ψυχή για μέρες, για χρόνια. Μα τι σου λέω, ακόμη και σήμερα μου κρατούν ζεστή την ψυχή. Θυμάμαι το γλυκό του κουταλιού που μοιραζόμασταν στο ζαχαροπλαστείο της πλατείας, που όμως πότε δεν είχε την γλύκα που είχαν τα βλέμματα μας όταν συναντιόντουσαν για λίγο. Πριν χαμηλώσουν πάλι και χαθούν ανάμεσα σε ντροπαλά χαμόγελα και αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα. Λίγα λεπτά ακόμη περπατούσα πλάι του. Όχι μέχρι το σπίτι, μα πάντα μέχρι την γωνία για να μην μας δουν. Λίγα λεπτά ακόμη να φτερουγίσει η καρδιά μέχρι να ξαποστάσει στο «καληνύχτα» και στα ξώφαλτσα φιλιά στην άκρη των χειλιών μας.

Πόση ευτυχία χωρούσαν αυτά τα απογεύματα. Κι όμως τα θυσίασα όλα για τα πρέπει των άλλων. Και τον περίμενα. Να έρθει για λίγο, μοναχά για ένα βράδυ. Και το πρώτο βράδυ ακολούθησε ένα δεύτερο, και τα δυο έγιναν τρία και μετά πέρασαν μήνες. Ερχόταν κάθε βράδυ στα όνειρα μου, σαν ξεχασμένη φιγούρα σε θέατρο σκιών, αλλά ο ίδιος ποτέ. Μην αφήσεις κανέναν να σου πει τι να κάνεις, κανέναν να διαλέξει για σένα. Κυνήγα αυτά που ποθείς. Οτιδήποτε έχει αξία στη ζωή θα πρέπει να το αποκτάς έστω και με λίγο κίνδυνο, ακούς;»

Σε ακούω γιαγιά μου. Σε ακούω. Την φίλησα και έφυγα. Ακόμη σκέφτομαι τα λόγια της και τα βουρκωμένα της μάτια. Και τώρα σκέφτομαι εσένα που δεν έρχεσαι. Που δεν κυνηγάς, δεν διεκδικείς.

«Αν συνηθίσω την απουσία σου θα είναι σαν να την δέχομαι» μου είχες πει και πολύ φοβάμαι πως την έχεις ήδη δεχτεί. Απόψε η λογική με τεστάρει και χάνω στα σημεία. Η σιωπή κυριαρχεί. Δεν ξέρω τι άλλες αντοχές έχει το σώμα και το μυαλό μου.  Έχω γίνει προϊόν συλλογής παγωμένων λεπτών και άχρονων στιγμών και όμως ακόμη περιμένω εσένα.

Έλα!

Έλα όπως έρχεσαι κάθε φορά. Με το σκισμένο σου τζιν και το πιο όμορφο σου χαμόγελο. Έλα με την απλότητα ενός βλέμματος, με την ένταση των δαχτύλων σου, με το δάγκωμα των χειλιών σου, με την γλυκιά γεύση του φιλιού σου, με την κάθε σου ερωτική κίνηση.

Ας ερχόσουν για λίγο, γαμώτο, κι ας χανόσουν μετά.

 

Συντάκτης: Χάιντι Σεραφειμίδου