Ξέχασες που είχες να πας σ’ εκείνο το μαγαζί το απόγευμα. Προχθές ξέχασες τα λεφτά σου και παρατρίχα θα έμενες για τη λάντζα. Ξέχασες να πάρεις γάλα, γι’ αυτό είχες πάει βασικά, θα πίνεις τον καφέ σου black όλη την επόμενη βδομάδα κι αυτό όχι από πεποίθηση. Ξέχασες να ενθουσιαστείς, να δώσεις χωρίς να περιμένεις να πάρεις, ξέχασες να δώσεις σημασία. «Ε, μεγάλωσα κι έχω αρχίσει να ξεχνάω». Πότε μεγάλωσες;

Προχθές δεν ήταν που θα γινόσουν αστροναύτης κι ηθοποιός και γιατρός που θ’ ανακαλύψει το θαυματουργό γιατρικό για όλες τις αρρώστιες του κόσμου; Στις φλέβες σου κυλούσε το αίμα της Σταρ Ελλάς, που εύχεται παγκόσμια ειρήνη κι εξάλειψη των πολέμων απ’ την υφήλιο. Ήσουν ένα μικρό τερατάκι ενέργειας, έτοιμο να τη διοχετεύσεις προς πάσα κατεύθυνση, για να φτιάξεις όλα τα σπασμένα μέλη του κόσμου. Ο κόσμος, ξέρεις, τρέχει πολύ και σκουντουφλάει δεξιά-αριστερά, τρώει τα μούτρα του και γεμίζει αίματα· μια τρομοκρατική επίθεση εδώ, μια βόμβα εκεί, ένα μακελειό παραπέρα.

Μετά κόλλησες εκείνο το πράμα, το τρομερό πράμα, την πραγματικότητα. Μεταδοτική που είναι! Μια μέρα να βγεις απ’ το σπίτι χωρίς ζακέτα και την αρπάζεις. Είδες, μωρέ, που οι μανάδες μας να μας προστατέψουν πάνε; «Φυλάξου» και «ό,τι παίρνεις να στο ανοίγουν μπροστά στα μάτια σου, προσεκτικός να ‘σαι, μη σου νοθεύσουν το μυαλό». Μιλάτε στο τηλέφωνο και πριν κλείσετε σου λέει κι εσύ σηκώνεις το φρύδι μπροστά στην τραγική δραματικότητά της: «Να μου προσέχεις το παιδάκι μου.» Γιατί δεν την άκουσες; Μα δεν είσαι πια παιδάκι. Πότε μεγάλωσες;

Γεννιόμαστε όλοι μικροί ιδεαλιστές. Κυκλοφορούμε με τα μεγάλα όνειρά μας κολλημένα στο κούτελο. Περιφέρουμε τα ιδανικά μας στο δίσκο με τα γλυκά του κουταλιού, για να τρατάρουμε τους καλεσμένους στη γιορτή. Σε όλα βλέπουμε το καλό, πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι έχουν πάντα μια φωτεινή πλευρά να επιδείξουν.  Οι τσέπες μας βαραίνουν απ’ την ελπίδα, που την κάνουμε καραμέλα. Μα κι η τελευταία ελπίδα λιώνει στο στόμα σου, η ελπίδα πεθαίνει, τελευταία και μόνη και μένεις με φαφούτικο χαμόγελο απ’ την πολλή ζάχαρη να κοιτάς ξεμωραμένα την αλήθεια κατάματα. Μεγάλωσες.

Μεγάλωσες κι έπαψες να ενθουσιάζεσαι. Κάποτε μυριζόσουν έρωτα κι έκανες πανηγύρι. Οι νέοι άνθρωποι στη ζωή σου τότε ήταν κρυμμένοι θησαυροί, τους ανακάλυπτες και γυάλιζε το μάτι σου από λαχτάρα. Οι νέες εμπειρίες ήταν το καύσιμο για να συνεχίσεις τη μέρα. Σ’ ενθουσίαζαν τα μικροπράγματα, όπως ένα φιλί στα μάτια, ένα λουλούδι στο παρμπρίζ.

 Χαιρόσουν με την άνοιξη και στις βροχές δεν κρατούσες ομπρέλα. Ώσπου άρχισες να βλέπεις τον καιρό. Τα μικροπράγματα ήταν ασήμαντα για ν’ ασχοληθείς. Οι νέες εμπειρίες γίνανε πολυτέλεια. Οι νέοι άνθρωποι σε απαρνήθηκαν, αφού άρχισες να τους αποφεύγεις. Πότε σταμάτησες να ερωτεύεσαι; Πότε μεγάλωσες;

Νοιαζόσουν, ρε συ. Η φύση ήταν προέκταση του εαυτού σου. Τη σεβόσουν σαν να ‘ταν σπίτι σου. Οι άνθρωποι ήταν οικογένειά σου. Ό,τι τους άγγιζε σ’ αφορούσε.  Η οικογένεια ήταν τ’ οξυγόνο σου. Τους ανέπνεες και τους αγαπούσες σαν επιβίωσή σου. Στη δουλειά ήσουν η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου, την ένιωθες παιδί σου, ήθελες να της προσφέρεις, να ‘χει τα καλύτερα. Ό,τι συνέβαινε στον κόσμο το έβαζες στο σπίτι σου, το σκεφτόσουν, το κουβέντιαζες.

Μέχρι που σταμάτησε ο κόσμος να σε συγκινεί και δεν τον συζητάς πια. Στη δουλειά έχεις γίνει μηχανή παραγωγής κι ανοιγοκλείνεις με διακόπτη. Η οικογένεια, οι φίλοι, το περιβάλλον, να πάνε να γαμηθούνε όλα, εσύ βαρέθηκες, δε δίνεις σημασία, είσαι πολύ μεγάλος για όλες αυτές τις μαλακίες.

Κάποτε, όμως, θυμάσαι που μάθαινες αριθμητική. Είχες πέντε σοκολάτες κι έδινες τις τρεις. Τι μένει; Σου μένει η ανάμνηση ότι έδινες και δε σε πείραζε να μην πάρεις αντάλλαγμα. Τώρα οι σωστές συναλλαγές σου βρίσκονται στο πάρε-δώσε. Πρώτα πάρε, να εξασφαλιστείς, να είσαι σίγουρος ότι δε θα πιαστείς κορόιδο. Φόρεσες φίλτρα στα μάτια και σταμάτησες να βλέπεις την αυταξία στην προσφορά. Τόσο πολύ μεγάλωσες;

Ποιος να σε κατηγορήσει όμως; Κάνεις να κουνήσεις κι η πραγματικότητα σε βουτάει απ’ το σβέρκο και σε καθίζει κάτω, γατάκι, να τη φας στη μούρη. Κι όσο μεγαλώνεις, τη βλέπεις και τη συνειδητοποιείς, τα μάτια σου πονάνε απ’ την υπερβολική έκθεση. Το να μεγαλώνεις πονάει κι εσύ είσαι άνθρωπος με όρια. Παίρνεις το αναισθητικό σπρέι, «ανακινείστε πριν τη χρήση» και το ψεκάζεις σ’ όλο σου το κορμί, να μουδιάσεις τις αισθήσεις σου. Θέλει χρόνο για να καταφέρεις να βρεις τις ισορροπίες σου αλλιώς. Χρόνο με τον εαυτό σου.

Δεν προλαβαίνω εγώ, όμως, τώρα. Πρέπει να πάω να κοιμηθώ. Έχω να ξυπνήσω νωρίς. Να βάλω την καφετιέρα στην πρίζα να δουλέψει, να πιω μια γουλιά καφέ. Να στριμωχτώ στα ρούχα μου, να πιάσω τα μαλλιά μου. Να φάω ένα κουλούρι στην πόρτα πριν φύγω για δουλειά. Τσεκάρω την ώρα, γαμώτο έχω αργήσει κι έξω ακούω την κίνηση, θεριεύει. Ρίχνω  ένα βλέφαρο στον καθρέφτη κι ισιώνω το κραγιόν. Κοντοστέκομαι. Πότε μεγάλωσα;

 

Επιμέλεια Κειμένου Μαίρης Ρήγα: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Μαίρη Ρήγα