Δευτέρα. Πρωί, χάραμα. Ξυπνάς στην αρχή της εβδομάδας κι αναρωτιέσαι ποιος πούστης λόγος είναι αρκετός γι’ αυτή σου την ταλαιπωρία. Η δουλειά; Να τις βράσεις τις επαγγελματικές προσδοκίες και την εξέλιξή σου. Τα λεφτά; Καλύτερα να ζεις στην ψάθα. Φαντάζεσαι κάτι δίπλα στο κύμα, με φραπέ και βιβλιαράκι κι αλλάζεις πλευρό, γιατί οι σκέψεις αυτές είναι επικίνδυνες κι εσύ έχεις να σηκωθείς, να ντυθείς και να ξεκινήσεις τη μέρα σου.

Το κάνεις κι ας μοιάζουν τα πρώτα λεπτά σαν απώλεια μεγάλη. Νιώθεις το κλάμα να σου ‘ρχεται, κλάμα σαν χωρισμού. Νιώθεις ότι θα μπορούσες να πιεις και να βάλεις ακόμα και δυνατά μουσική. Κλειδώνεις την πόρτα πίσω σου και πετάς το κλειδί, μη βρουν εκείνες οι τάσεις σου τρόπο να σ’ ακολουθήσουν.

Πας δουλειά, πας μάρκετ, σκουπίζεις, σιδερώνεις, κάνεις και καφέ. Συμφέρεις δηλαδή. Απ’ το πρωί, όσο να φτάσει βράδυ, έχεις γυρίσει τον κόσμο ανάποδα δύο φορές. Σου απονέμουν τον τίτλο του multitasker, οι φίλοι σε φωνάζουν πολυεργαλείο και «μπράβο, ρε παιδί μου, πώς τα καταφέρνεις όλα», αλλά εσύ από μέσα σου κλαις και λίγο. Λες να βάλεις ένα ταινιάκι τέλος πάντων στο τέλος της μέρας σου, να χαλαρώσεις και σε παίρνει ο ύπνος στα δέκα λεπτά. Έτσι είναι η σωστή απόλαυση στις ταινίες πια, δεν το ξέρατε; Μία τον μήνα κι αυτή σε δεκάλεπτες συνέχειες.

«Συγγνώμη, να σας κάνω μια ερώτηση;»

«Όχι εδώ, κυρία μου, στο γραφείο δύο σας είπα.»

«Μα ένα λεπτό θα πάρει, μπορείτε να μ’ εξυπηρετήσετε κι εσείς. Εσείς πότε ζείτε;»

«Τα Σαββατοκύριακα, κυρία μου, τα Σαββατοκύριακα. Τώρα πηγαίνετε το χαρτί σας στο γραφείο δύο να σας το σφραγίσουν.»

Και κάπου εκεί, μεταξύ λέξης Νο 248 και Νο 253, ειπώθηκε μια μεγάλη αλήθεια. Τι κάνεις όταν η ζωή σου όλη συμπυκνώνεται μέσα στις δύο μέρες της εβδομάδας; Δεν είναι ότι τις υπόλοιπες φυτοζωείς, αλλά όσο καλά και να ‘σαι με την καθημερινότητά σου, πάντα η βόλτα, η ταινία, ο καφές θα ‘ναι καλύτερη επιλογή. Τα Σαββατοκύριακα έχουν μόνο τέτοια. Τα Σαββατοκύριακα είσαι εσύ, είναι ο εαυτός σου κι οι επιλογές σας.

Μπορείς να κάτσεις να μαγειρέψεις σαν τη θεία απ’ το χωριό ό,τι συνταγή έχεις λιμπιστεί και κατεβάσει απ’ το ίντερνετ. Να μερακλώσεις και να στρωθείς να φας σαν τον πασά, μ’ όλες τις ανέσεις, το πιάτο, το πιρούνι, τη χαρτοπετσέτα σου κι όχι μέσα απ’ την κατσαρόλα, όπως σου συμβαίνει όταν γυρνάς σαλταρισμένος απ’ τη δουλειά. Μπορείς να πας για ψώνια, για ποδήλατο, για sky-diving. Ν’ ακούσεις τις μουσικάρες σου, με φίλους ή με τον έναν φίλο σου, τον Μπουκάλι Κρασί. Να πάρεις αγκαλιά τον έρωτα, να δείτε τ’ αστέρια, να δείτε ένα φιλμ, να δείτε τις σκιές απ’ τα χέρια σας να παίζουνε στον τοίχο. Οι επιλογές είναι απέραντες.

Θέλεις πολύ και θέλεις απ’ όλα. Μέχρι που συνειδητοποιείς ότι η ανθρώπινη φύση σου είναι πεπερασμένη. Μέχρι τ’ αυτιά να γεμίσεις το Σάββατο και την Κυριακή σου, πάλι όλα δε θα χωρέσουν να τα κάνεις. Ο χρόνος είναι πάντα πιο αμείλικτος αυτές τις δύο μέρες. Το πέρασμά του πονάει πιο πολύ.

Τα σαββατοκύριακα δεν περνούν καν· εξατμίζονται. Και μένουν παραπονεμένα τα σχέδια που με τόση λαχτάρα κυοφόρησες, αλλά δεν πρόλαβαν να γεννηθούν. Τελειώνεις την εβδομάδα σου πάντα μ’ ένα «δεν πειράζει, σε πέντε μέρες ξανά» κι αρχίζεις σαν τζάνκι των Σαββατοκύριακων την αντίστροφη μέτρηση προς την επόμενη δόση.

Περνούν οι Δευτέρες, φτάνουν οι Παρασκευές και με το που ανοιγοκλείνεις τα μάτια σου βρίσκεσαι σε μια Κυριακή βράδυ. Ο αέναος κύκλος της ζωής σε δαιμονίζει, θες να της πάρεις το μαρκαδόρο απ’ τα χέρια και να φτιάξεις μια τελεία μπροστά στα Σάββατα μεγάλη σαν το κεφάλι σου. Να κουτουλάει πάνω ο χρόνος, να μην μπορεί να κουνήσει ρούπι απ’ τη ζαλάδα. Όμως, τα εκδικητικά σου ένστικτα πάντα τα προσπερνά και πάντα θριαμβεύει μπροστά στα ξινισμένα μούτρα σου.

Είμαστε καταδικασμένοι, θαρρείς. Είμαστε καταδικασμένοι να παίρνουμε βαθιά ανάσα, να βουτάμε στα σαββατιάτικα πρωινά και να φτάνουμε μακροβούτι στις Κυριακές τα βράδια. Ωραίος, πάντως, ο βυθός. Αποζημιωτικό το θέαμα. Αν με ρωτάς, αξίζει το μακροβούτι κι ας καίνε τα πνευμόνια. Πάρε βαθιά ανάσα. Μετράω εγώ αντίστροφα.    

 

Επιμέλεια Κειμένου Μαίρης Ρήγα: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Μαίρη Ρήγα